Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016 13:55

Καλαμάτα - Μόναχο με την “Πηνελόπη των τρένων”

Μιμή Γεωργακοπούλου, Σταύρος Μπένος, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Θανάσης Λαγός

Μιμή Γεωργακοπούλου, Σταύρος Μπένος, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Θανάσης Λαγός

Της Μαρίας Νίκα
Τελικά ο χώρος του σιδηροδρομικού σταθμού της Καλαμάτας ήταν εξαιρετική επιλογή. Για πρώτη φορά έγινε εκδήλωση στην αποβάθρα του κι ο κόσμος απ’ ό,τι φάνηκε το χάρηκε. Αφού δεν έχει πια τρένα, ας φιλοξενεί τουλάχιστον εκδηλώσεις. Άλλωστε και το βιβλίο της Μαρλένας Πολιτοπούλου από έναν σιδηροδρομικό σταθμό ξεκινάει, αυτόν του Μονάχου, όπου μια μέρα του 1965 καταφθάνει ο Στέλιος Καζαντζίδης για να δώσει συναυλίες σε όλη τη Γερμανία...

Εκεί, μέσα στο πλήθος των Ελλήνων μεταναστών που υποδέχονται τον λαϊκό τραγουδιστή με τιμές αρχηγού κράτους, συμβαίνει και ο φόνος του εργάτη Στρατή Κοκκινίδη. Το έγκλημα παραμένει ανεξιχνίαστο για πολλά χρόνια, μέχρι που ο Παύλος Γεωργούλας, πρώην αρχιτέκτονας, σκιτσογράφος της Αστυνομίας και γιος αστυνόμου, ανακαλύπτει την υπόθεση σε έναν από τους φακέλους του πατέρα του και αποφασίζει να ασχοληθεί με αυτή.

Για την «Πηνελόπη των τρένων», το τελευταίο βιβλίο της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδόσεις Μεταίχμιο) μίλησαν το Σάββατο το βράδυ ο πρόεδρος της Κίνησης Πολιτών Διάζωμα Σταύρος Μπένος και η γιατρός Μιμή Γεωργακοπούλου, ενώ την εκδήλωση που διοργάνωσαν ο Πολιτιστικός Αντίλογος και το βιβλιοπωλείο «Βιβλιόπολις» συντόνισε ο δημοσιογράφος Θανάσης Λαγός.

Για ένα βιβλίο που η ροή του θυμίζει ντοκιμαντέρ έκανε λόγο ο Σταύρος Μπένος, αναφερόμενος στο αστυνομικό μυθιστόρημα της Μαρλένας Πολιτοπούλου, που βασίζεται και σε αληθινά γεγονότα, σχετικά με τα οποία η συγγραφέας πραγματοποίησε σημαντική έρευνα. «Τα χρόνια της κατοχής, ο σπαραγμός του Εμφυλίου, το ψυχόδραμα των μεταναστών, τα παιχνίδια της πολιτικής», υπάρχουν επίσης πίσω από την ιστορία των ηρώων.
Με αφορμή μάλιστα τον Στέλιο Καζαντζίδη και τα τραγούδια του, ο Σταύρος Μπένος θυμήθηκε τα δύο καφενεία που υπήρχαν απέναντι από το 5ο Δημοτικό Καλαμάτας, όταν ο ίδιος ήταν μαθητής εκεί. «Το ένα ήταν του “Καζαντζίδη” και το άλλο του “Αγγελόπουλου”. Δε μπορώ να σας περιγράψω τι εικόνες έχω από αυτά…» είπε.

Στον Στέλιο Καζαντζίδη και τους φανατικούς ακροατές του μετανάστες, στάθηκε κυρίως η Μιμή Γεωργακοπούλου. «Σε αυτό το βιβλίο η μουσική, τα τραγούδια του Στέλιου, είναι παντού και κυριαρχούν. Υπάρχουν στην αρχή της ιστορίας το 1965, όταν ο Στρατής δολοφονείται στο σταθμό του Μονάχου, την ώρα που στη γραμμή 11 φτάνει το τρένο που φέρνει τον Στέλιο και την παρέα του. Υπάρχουν και στην αρχή του βιβλίου μας, 48 χρόνια μετά, όταν ο ερασιτέχνης ντέντεκτιβ Παύλος Γεωργούλας ανοίγει μια βαλίτσα και πέφτει πάνω σε στίχους του Καζαντζίδη. Ο νεκρός εργάτης Στρατής Κοκκινίδης τραγούδια αφήνει στην κόρη του…».
Η ιστορία του βιβλίου ξύπνησε δικά της προσωπικά βιώματα και μνήμες. Ο παππούς, ο οποίος παιδί 13 ετών βρέθηκε στο Έλις Άιλαντ αρχές του 20ου αιώνα, είδε το Άγαλμα της Ελευθερίας από κοντά, αλλά δεν πάτησε πότε το πόδι του στη Γη της Επαγγελίας, γιατί τον γύρισαν πίσω. Τα μαθήματα αγγλικών της καθηγήτριας μητέρας της σε εργατόπαιδα της εποχής, που ήθελαν να φύγουν για Αυστραλία και Καναδά, τα τραγούδια του Στέλιου από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πύργου και οι αφιερώσεις από μανάδες, αδελφές και αρραβωνιαστικές για τους άντρες που βρίσκονταν στη Γερμανία ή το Βέλγιο.
«Σήμερα, 50 χρόνια από την εποχή του βιβλίου, ζούμε μια καινούργια μετανάστευση, των παιδιών μας» παρατήρησε η Μιμή Γεωργακοπούλου. «Σε λίγα μοιάζουν με τον Στρατή και τη Μπήλιω Κοκκινίδη. Έχουν πτυχία και μεταπτυχιακά, μιλάνε γλώσσες, είναι κοσμοπολίτες, ταξιδεύουν μόνο με την ταυτότητά τους, έχουν δικαίωμα στην εργασία παντού σε μια ανοιχτή ήπειρο. Ακούνε Μπιγιονσέ και τα περισσότερα μάλλον αγνοούν τον Καζαντζίδη. Εγώ, όμως, ακούγοντας τους στίχους του Βίρβου “Πικρό σαν δηλητήριο είναι το διαβατήριο που πήρα για τα ξένα, μα τι να κάνω ο φτωχός, μπροστά μου βρίσκεται γκρεμός και πίσω μαύρο ρέμα”, νιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά».

*Ακολουθούν φωτογραφίες