Τρίτη, 02 Μαΐου 2017 11:52

Χωρίς την Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ τα “Θ΄ Πολυδούρεια”

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Της Μαρίας Νίκα 
Απογοητεύτηκαν οι θαυμαστές της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ το Σάββατο το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο, όταν ανακοινώθηκε ότι η ποιήτρια δεν κατάφερε τελικά να έρθει στην Καλαμάτα για να παραστεί στα «Θ΄ Πολυδούρεια», τα οποία ήταν αφιερωμένα στο πρόσωπό της. «Κρίμα που δεν είναι μαζί μας, γιατί ό,τι και να πούμε γι’ αυτήν, ό,τι και να διαβάσουμε, ακόμη και τα ποιήματά της αν ακούσουμε, η φυσική της παρουσία είναι τόσο έντονη! Είναι ένας γλυκύτατος, ζωντανός άνθρωπος, ο οποίος έχει ξεπεράσει πολλά προβλήματα προσωπικά, έχει δώσει πολύ σπουδαία ποίηση και είναι και πολύ χαριτωμένη…» σημείωσε η ομιλήτρια της εκδήλωσης, κριτικός λογοτεχνίας Κατερίνα Σχινά...


Η βραδιά ξεκίνησε με την απονομή από τον δήμαρχο Καλαμάτας Παναγιώτη Νίκα του βραβείου ποίησης «Μαρία Πολυδούρη», εξ ημισείας, στον Φαίδωνα Μουδόπουλο - Αθανασίου για τη συλλογή «Ιστορίες Κρίσης (και άλλων παραγόντων)» (το παρέλαβε η εξαδέλφη του Κατερίνα Μπάμπαλη, καθώς ο ίδιος βρίσκεται στην Κολωνία της Γερμανίας για μεταπτυχιακό) και στη Χριστίνα Γεωργιάδου για τη συλλογή «Σπορά».

Αναφερόμενη στο έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, η Κατερίνα Σχινά μίλησε για μια ποίηση «αλλιώς πολιτική». Για μια γυναίκα που βιώνει έντονα το σώμα και τον κόσμο της. Για τη βαθιά υπαρξιακή αγωνία και αναζήτηση που ορίζουν την ποίησή της.

Στην εκδήλωση που διοργάνωσαν ο Δήμος Καλαμάτας και ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Μεσσηνίας, ποίηση της τιμώμενης διάβασε η φιλόλογος Μίνα Σταθοπούλου, ενώ στη βραδιά συμμετείχε το μουσικό σχήμα «Ήχος του Νότου». Ανάμεσα στα ποιήματα της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ, που διάβασε η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Μαρία Τσαγκαράκη, λίγο πριν το τέλος, ήταν «Η ουλή» και «Η ανορεξία της ύπαρξης»:

Η ουλή

Αντί γι’ αστέρι μια ουλή έλαμπε πάνω απ’ τη γέννησή μου·
οι πόνοι που δοκίμαζα στο απηχτό μου σώμα
πίσω με σπρώχναν στο σκοτάδι της αρχής,
μπουσούλαγα στο τίποτα, τα δάχτυλα μικρούτσικα
κρατάγανε το θάνατο, μαύρο γυαλιστερό παιχνίδι.
Δε θυμάμαι πώς έγινε κι άνθισα σε πληγή
πώς έμαθα να ισορροπώ ανάμεσα στο πύο
και στα ανοιχτά μου μάτια,
μα εκεί που η μάνα μου λογάριαζε πως σαν το φύλλο στο νερό
θα μ’ έπαιρνε αταξίδευτη το ρέμα του θανάτου, με είδε αναπάντεχα να βγαίνω απ’ τα σκοτάδια.
Ποιος ξέρει μέσα σε μια νύχτα τι ανταλλαγές έγιναν,
τι έδωσα, τι πήρα, από τι παραιτήθηκα,
τι υποσχέθηκα και με κράτησε για υπηρέτριά της
η ζωή…
Ήταν εκβιασμός, συμφωνία, απειλή,
να είμαι ευγνώμων θα έπρεπε για το πετσοκομμένο δώρο της ύπαρξης ή εκδικητική; Να κοιτάω ψηλά
με είχανε διατάξει ή χαμηλά στη ρίζα της συγγνώμης;
Ποιας συγγνώμης, γιατί; Ποιο ήταν το βάρος
το τόσο ασήκωτο που πριν καν ξεκινήσω
με είχε εξουθενώσει ή μήπως άλλο φορτίο ανάλαβα
και κούτσα κούτσα θα το πήγαινα ως το τέλος;

Έζησα και άρχισα να παίζω.
Μ’ εμπιστοσύνη στηριζόμουνα στο μηχάνημα
κι ανέβαινα τις σκάλες.
Στο πατάρι έστησα το βασίλειο των ονείρων μου από κομμένα φιγουρίνια· Φλωρεντία την έλεγα
τη μαγική μου πόλη, κυρίες λεπτεπίλεπτες και κύριοι με καπέλο.
Στην πορτούλα δίπλα ήταν το καζανάκι του μπάνιου,
που ξέσπαγε πού και πού σαν κεραυνός
πάνω από τις άυλες συνήθειες των ηρώων μου.
Από κάτω ανέβαινε η ζέστα του κόσμου τούτου, η κουζίνα ολόκληρη με μυρωδιές, θορύβους γνωστούς, σπιτικές φωνές: Τι ώρα είναι; Καθάρισες πατάτες;
Η κουζίνα και η χάρτινή μου φαντασία, τόσο νωρίς λοιπόν χαράζονται οι πόλοι;

 

Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή

Στη φωτο που ακολουθεί: Κατερίνα Σχινά, Μαρία Τσαγκαράκη, Μίνα Σταθοπούλου