Πέμπτη, 01 Οκτωβρίου 2020 11:17

Επέτειος της Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834, ανεκπλήρωτα αιτήματα

Την ευκαιρία να αναλογιστεί ο κόσμος ότι σ’ αυτόν τον τόπο έχει γραφτεί μεγάλη ιστορία, παρ’ότι δεν προβάλλεται, από τους αγώνες για την κατοχύρωση και υπεράσπιση των δικαιωμάτων του λαού, έδωσε για άλλη μια χρονιά η επετειακή εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή, στο Πάνω Ψάρι, για την επέτειο της Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834. Ο ομιλητής της εκδήλωσης, πρόεδρος του Προοδευτικού Συλλόγου Ψαρραίων, Διονύσης Αθανασόπουλος, περιέγραψε το πως η Επανάσταση αυτή, με ηγέτες τον Γκρίτζαλη, τον Μητροπέτροβα και τον Τζαμαλή, αποτέλεσε μια αυθεντική πράξη κοινωνικής έκρηξης απέναντι στην απολυταρχία και την εξαθλίωση όλων εκείνων που λίγα χρόνια πριν αγωνίστηκαν για την ελευθερία. Επιπλέον ο Διονύσης Αθανασόπουλος έθεσε τα ανεκπλήρωτα αιτήματα της περιοχής, παρά τις επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις των πολιτικών παραγόντων, για την αποκατάσταση της οικίας του Γιαννάκη Γκρίτζαλη, του Γραμματοδιδασκαλείου και για την ανακήρυξη του Πάνω Ψαρίου ως παραδοσιακού διατηρητέου οικισμού…

Στην επετειακή εκδήλωση, που είναι θεσμοθετημένη από την πολιτεία, παραβρέθηκαν ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης η γενική γραμματέας στο υπουργείο Παιδείας Σίσυ Γκίκα, οι βουλευτές Μεσσηνίας Αλέξης Χαρίτσης, Μίλτος Χρυσομάλλης και Περικλής Μαντάς, ο θεματικός αντιπεριφερειάρχης Βασίλης Καπέλιος, η δήμαρχος Οιχαλίας Παναγιώτα Γεωργακοπούλου και άλλοι αυτοδιοικητικοί παράγοντες, εκπρόσωποι χωριών, συλλόγων, φορέων και αρχών. 

Ο Διονύσης Αθανασόπουλος στην ομιλία του έκανε αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο το οποίο οδήγησε στη Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834 και συγκεκριμένα μίλησε για το καθεστώς απολυταρχίας που είχε επιβληθεί στη χώρα, παρά τις αποφάσεις των οργάνων που εκπροσωπούσαν προηγουμένως το έθνος και οι οποίες όριζαν ότι οι εξουσίες πηγάζουν από τους ίδιους τους πολίτες. 

Σημείωσε ο πρόεδρος του Προοδευτικού Συλλόγου Ψαρραίων ότι οι επαναστατημένοι “αν και δεν επιζητούσαν την ανατροπή ή την τροποποίηση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων που επικρατούσαν στη χώρα, εν τούτοις το αίτημα της συμμετοχής του λαού στην πολιτική διαδικασία δια μέσου του Συντάγματος που θα του εξασφάλιζε την αντιπροσώπευση και τη συμμετοχή στις κυβερνητικές αποφάσεις, είναι απολύτως σαφές”.

Σε ό,τι αφορά την ίδια την Επανάσταση ο Διονύσης Αθανασόπουλος περιέγραψε το ιστορικό της ως εξής: “Η επανάσταση στη Μεσσηνία ξέσπασε στις 29 Ιουλίου 1834, ημέρα Κυριακή, όταν ο Γιαννάκη Γκρίτζαλης, επικεφαλής δύναμης 500 ανδρών και έχοντας στο πλευρό του «Ντρέδες», αιφνιδίασε τις Αρχές, κατέλαβε την Κυπαρισσία, που ήταν πρωτεύουσα του νομού Μεσσηνίας και συνέλαβε το νομάρχη Δημήτρη Χρηστίδη και το στρατιωτικό διοικητή Αντώνη Μαυρομιχάλη, τους οποίους και οδήγησε στο Πάνω Ψάρι, προκειμένου να τους κρατήσει μακριά από την οργή του κόσμου.

Στη συνέχεια σύστησε «Πατριωτική Επιτροπή» για να αντιπροσωπεύσει το λαό της Τριφυλίας. Δύο ημέρες αργότερα, στις 31 Ιουλίου 1834, πραγματοποίησε δημόσια συνέλευση, η οποία εξέδωσε δύο διακηρύξεις με τους σκοπούς της επανάστασης.

Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης όμως δεν ήταν μόνος. Μετά την κατάληψη της Κυπαρισσίας η επανάσταση απλώθηκε αστραπιαία, γεγονός που καταδεικνύει ότι διέθετε ικανή οργάνωση και ένα ευρύ δίκτυο.

Στις 29 Ιουλίου 1834 στη Γαράντζα της τότε επαρχίας Ανδρούσας κήρυξε την επανάσταση ο στρατηγός Μητροπέτροβας, βάζοντας μάλιστα φωτιά στις θημωνιές του στ’ αλώνι, για να τους δείξει ότι, μπροστά σ’ αυτό που ξεκινούσαν με την Επανάσταση, τα εισοδήματα δεν είχαν αξία.

Την ίδια ημέρα ο Αναστάσιος Τζαμαλής αιφνιδίασε την υπό τον υπολοχαγό Σνάινλε Βαυαρική περίπολο δυνάμεως 50 ανδρών στον Ασλάναγα (τον Άρι). Στις 12 Αυγούστου 1834, μαζί με τον Μητροπέτροβα κατέλαβαν και το Νησί, που το εγκατάλειψαν οι κυβερνητικοί και ζήτησαν καταφύγιο στην Καλαμάτα, που την προστάτευε μεγάλη δύναμη Βαυαρών και Μανιατών.

Η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από την εκδήλωση της επανάστασης. Παρά ταύτα, ο Κωλέττης ενήργησε με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα.

Κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και υπέγραψε δύο Διατάγματα. Με το πρώτο παρείχετο στη φρουρά του Παλαμηδίου η εξουσιοδότηση να εκτελέσει τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα αν γινόντουσαν «ύποπτες κινήσεις» και με δεύτερο να πράξει το ίδιο εάν ο Γκρίτζαλης «προχωρήσει ολίγον εμπρός» προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου.

Προσεταιρίσθηκε τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης, όπως τον Γαρδικιώτη Γρίβα, μοιράζοντας τους οφίτσια και προνόμια και αμνήστευσε τους επαναστατημένους Μανιάτες προκειμένου να τους πάρει με το μέρος του, κάτι το οποίο τελικά κατάφερε.

Οι εξεγερμένοι, από την πλευρά τους, δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την Τρίπολη, που θεωρούνταν στρατηγικής σημασίας, καθώς σκόπευαν να κατευθυνθούν προς το Ναύπλιο. Η αναμέτρηση κρίθηκε στις 9 Αυγούστου 1834 στο χωριό Σούλου της Μεγαλόπολης, όπου οι κυβερνητικές δυνάμεις, υπέρτερες αριθμητικά των εξεγερμένων, κατόρθωσαν να τους νικήσουν. Κατόπιν μπήκαν στο Ψάρι και ανακατέλαβαν την Ανδρίτσαινα και την Κυπαρισσία.

Μετά την ήττα τους η τύχη των πρωταιτίων εκ των επαναστατών ήταν προδιαγεγραμμένη. Συγκροτήθηκε το «κατά τη Μεσσηνία και Καρύταιναν Έκτακτον Στρατιωτικόν Δικαστήριο», που συνεδρίασε στην Κυπαρισσία στις 15 Σεπτεμβρίου 1834 με πρόεδρο τον Θωμά Γκόρντον και επίτροπο τον Δημήτρη Σούτσο.

Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης καταδικάσθηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο για εσχάτη προδοσία, παρότι το Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να εκδικάσει παρόμοιες υποθέσεις και η δίκη θα έπρεπε να διενεργηθεί στο Ναύπλιο. Ήταν ο πρώτος αγωνιστής στη νεώτερη Ελλάδα που δικάζεται από έκτακτο Στρατοδικείο και με συνοπτικές διαδικασίες. Η ποινή μάλιστα, όπως όριζε ο νόμος, εκτελέσθηκε «εντός δύο ωρών» από την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, γεγονός που αχρήστευε και οποιαδήποτε διαδικασία για τη χορήγηση χάρης από το Όθωνα. «Άδικα πεθαίνω, γύρεψα τα δίκαια των Ελλήνων», ήταν τα τελευταία του λόγια”.

Σχετικά με τα αιτήματα προς την πολιτεία και ιδιαίτερα την αυτοδιοίκηση, ο Διονύσης Αθανασόπουλος τόνισε: “Ζητάμε από την περιφέρεια και τον Δήμο, την αποκατάσταση της οικίας του Γκρίτζαλη καθώς και την αποκατάσταση του ερειπωμένου εδώ δίπλα μας, ενός από τα πρώτα γραμματοδιδασκαλεία του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. (Άρχισε να λειτουργεί το 1822).

Να αναδειχθεί ο Ιστορικός Οικισμός του Άνω Ψαρίου ο “Μικρός Μυστράς” όπως τον ονομάζουμε, και να χαρακτηριστεί ως παραδοσιακός διατηρητέος οικισμός”.