Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012 18:57

Παναγιώτης Γιαννουλέας: «Τα βιβλία του Μαρή καθόρισαν τη συγγραφική μου πορεία»

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΝΤΕΣ
Από το πρώτο του κιόλας βιβλίο, την «Κόκκινη Ομίχλη στο Κάστρο», ο Παναγιώτης Γιαννουλέας έδωσε το αφηγηματικό του στίγμα, οριοθετώντας την παρουσία του στη σύγχρονη ελληνική αστυνομική λογοτεχνία, με τρόπο καθοριστικά ευδιάκριτο.

Εν ολίγοις ο Γιαννουλέας, αν και σχετικά αργά από πλευράς ηλικίας, ήρθε για να μείνει στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας και το επιβεβαίωσε με το δεύτερο βιβλίο του, το «Προφανής ένοχος», που ακολούθησε δύο χρόνια αργότερα.
Αν και συνταξιούχος πλέον ο Γιαννουλέας, μόνο συνταξιούχος δεν αισθάνεται και με τη συγγραφική δραστηριότητά του πλέον ζει μια δεύτερη νεότητα, ακμαιότατος και δημιουργικός.
Μπορεί να άργησε να δημοσιεύσει αλλά η σχέση του με τη γραφή έχει πολυετές παρελθόν. Γι’ αυτό και το πρώτο του κιόλας βιβλίο μόνο πρωτόλειο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Εν ολίγοις ο Γιαννουλέας ξέρει να χειρίζεται τα εκφραστικά του μέσα και να κερδίζει την προσοχή των αναγνωστών.
Η συμμετοχή του στη συλλογική έκδοση «Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα» το επιβεβαιώνει.
Με τον Γιαννουλέα μίλησα αρκετές φορές από τότε που κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο. Η πιο πρόσφατη είναι η συνέντευξη που ακολουθεί και έγινε για το «Flash της Μεσσηνίας», τον περασμένο Ιούνιο.
Με αφορμή την επικείμενη παρουσία του «αστυνόμου Μπέκα» στην Καλαμάτα, σας την παρουσιάζω και εδώ, στο «Kalamata journal».
Ακολουθώντας τα βήματα του Μαρή, ο Γιαννουλέας χάραξε το δικό του δρόμο.

-Η αστυνομική λογοτεχνία γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση τα τελευταία χρόνια.
«Ναι το γνωρίζω, αφού παρακολουθώ όσο γίνεται αυτά που την αφορούν».

-Είναι τυχαία η προτίμηση του αναγνωστικού κοινού στη λογοτεχνία αυτή;
«Δε νομίζω. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι οι αστυνομικές ιστορίες έχουν συνήθως στρωτή αφήγηση, με αρχή, μέση και τέλος, κι αυτό αρέσει στους αναγνώστες».

-Πώς ξεκίνησες ν’ ασχολείσαι με την αστυνομική λογοτεχνία;
«Πριν απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση, θα ήθελα να πω πώς και πότε άρχισα να διαβάζω περιπετειώδη και αστυνομικά αναγνώσματα. Ήμουν στο δημοτικό όταν διάβασα τα πρώτα μου περιπετειώδη αναγνώσματα. Αναφέρομαι στον «Μικρό Ήρωα». Θυμάμαι ακόμη ότι εκείνη την εποχή ο πατέρας μου ήταν συνδρομητής σ’ ένα μηνιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης, το οποίο, μεταξύ άλλων, περιελάμβανε αστυνομικά μυθιστορήματα σε συνέχειες. Μέσω αυτού του περιοδικού ήρθα σ’ επαφή για πρώτη φορά, ομολογώ κρυφά από τους γονείς μου, με το αστυνομικό μυθιστόρημα.
Αργότερα, όταν φοιτούσα στο γυμνάσιο στην Καλαμάτα, διάβαζα τα αστυνομικά βιβλία της εποχής “Μάσκα” και “Μυστήριο”, καθώς και όποιο άλλο βιβλίο του ίδιου περιεχομένου έπεφτε στα χέρια μου. Έτσι ασχολήθηκα με την αστυνομική λογοτεχνία, αρχικά ως αναγνώστης και αργότερα ως συγγραφέας».

-Τι είναι αυτό που σ’ ελκύει στις ιστορίες του Γιάννη Μαρή;
«Γνώρισα τον Γιάννη Μαρή, από τα βιβλία βέβαια, στα μέσα της δεκαετία του ’60 και με συνάρπασε κυριολεκτικά. Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του και όχι μόνο μία φορά. Είναι ο συγγραφέας που μ’ έκανε να αγαπήσω το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο Γιάννης Μαρής είναι δημιουργός μιας ολόκληρης σχολής συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων.
Ο Φίλιππος Φιλίππου έχει πει ότι: “Όλοι είμαστε παιδιά του Μαρή” και ότι: “ο Μαρής χρησιμοποιούσε την αστυνομική πλοκή ως πρόσχημα. Αυτό που πραγματικά τον ενδιέφερε ήταν η ατμόσφαιρα, το περιβάλλον, οι ανθρώπινες σχέσεις”. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του.
Τα μυθιστορήματα του Μαρή διακρίνονται για το καλό γράψιμο, το νευρώδες ύφος, ενώ και αποτυπώνει ζωντανά την αθηναϊκή ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής περιόδου. Οι τύποι που περιγράφει είναι καθημερινοί άνθρωποι που κυκλοφορούν δίπλα μας. Η εφευρετικότητα, οι περιγραφές ατμόσφαιρας και καταστάσεων, το μυστήριο, είναι όντως εντυπωσιακά. Νομίζω ότι όλα αυτά απαντούν πειστικά στη ερώτησή σου».

-Η Στούπα που είναι η γενέτειρά σου διαδραματίζει σ’ όλα τα βιβλία σου κάποιον ρόλο. Είναι μια μορφή οφειλής εκ μέρους σου προς τον τόπο σου;
«Η ιδιαίτερη πατρίδα, η Στούπα, έπαιζε πάντοτε και παίζει και σήμερα πρωτεύοντα ρόλο στη ζωή μου. Είναι αλήθεια ότι αναφέρεται σε όλα τα βιβλία μου. Στο πρώτο μυθιστόρημα, με τίτλο “Κόκκινη Ομίχλη στο Κάστρο” (2007, εκδόσεις Ατραπός), γίνεται εκτενής αναφορά στη Στούπα, με πληθυσμιακά, πολιτιστικά, ιστορικά και γεωγραφικά στοιχεία. Στο δεύτερο, με τίτλο “Προφανής Ένοχος” (2009, εκδόσεις Ωκεανός), υπάρχει και πάλι σχετικά αναφορά. Στο διήγημα με το οποίο συμμετέχω στο συλλογικό έργο της «Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας» (Ε.Λ.Σ.Α.Λ.), της οποίας είμαι μέλος (2012 εκδόσεις Καστανιώτης), με γενικό τίτλο “Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα”, ο ρόλος της Στούπας είναι πρωταγωνιστικός. Και βέβαια στο τρίτο, υπό έκδοση μυθιστόρημά μου, αναφέρεται και, μάλιστα, περισσότερο από μία φορά.
Η αναφορά στη γενέτειρά μου πηγάζει από την απέραντη αγάπη μου γι’ αυτήν. Η Στούπα είναι εκπληκτικός τόπος. Από αυτόν τον τόπο ουσιαστικά δεν έφυγα ποτέ. Ακόμη και όταν εργαζόμουν, πριν συνταξιοδοτηθώ, την επισκεπτόμουν ανελλιπώς, τουλάχιστον μία φορά το μήνα. Κάθε επίσκεψή μου σ’ αυτήν με γέμιζε δύναμη και αισιοδοξία. Τέλος, θέλω να προσθέσω ότι όλοι οφείλουμε στον τόπο που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι στη ζωή μας».

-Πώς ξεκίνησες να γράφεις;
«Όπως είπα και προηγουμένως άρχισα να διαβάζω από πολύ μικρός, από το δημοτικό και, μάλιστα, αστυνομικά και περιπετειώδη αναγνώσματα. Μετά το διάβασμα ήρθε ως επακόλουθο και η συγγραφή. Και ήταν φυσικό, όταν ασχολήθηκα με τη συγγραφή, να στραφώ στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Από μικρή ηλικία, από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, όλο και κάτι έγραφα. Μικρές ιστορίες, περιγραφές τόπων και διαφόρων καταστάσεων. Μάλιστα, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 είχα γράψει και μια νουβέλα, αστυνομικού βεβαίως περιεχομένου, η οποία δεν εκδόθηκε ποτέ. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2007, εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα».

-Πίστεψες αμέσως στην επιτυχία των βιβλίων σου;
«Αυτό θα το πουν οι αναγνώστες. Εγώ εκείνο που έκανα ήταν να αφηγηθώ όσο μπορούσα καλύτερα τις ιστορίες που είχα σκεφτεί».

-Μίλησέ μου για την Ε.Λ.Σ.Α.Λ. και τη σχέση σου μ’ αυτήν.
«Η Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 2010.
Μεταξύ άλλων, έχει ως βασικούς στόχους την πρoώθηση, ενθάρρυνση και διάδοση αστυνομικών λογοτεχνικών έργων, τη συλλογή πληροφοριών για τα έργα που έχουν εκδοθεί και ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία, την καταγραφή τους, καθώς και τη συμβολή στη διακίνηση, έκδοση και μελέτη της αστυνομικής λογοτεχνίας».

-Θεωρείς σημαντική την προσφορά της Ε.Λ.Σ.Α.Λ.;
«Δείχνει ότι γίνεται μία σοβαρή προσπάθεια, που ελπίζω να έχει την ανάλογη συνέχεια».

-Τελικά πώς αισθάνεσαι που θεωρείσαι ως ένα από τα «παιδιά» του Μαρή;
«Χαίρομαι που έχω έναν τόσο ευφάνταστο “πατέρα”, που άνοιξε νέους δρόμους στο αστυνομικό μυθιστόρημα και το έβγαλε από την ανυποληψία. Ως “παιδί” του κι εγώ του οφείλω πολλά».

Υ.Γ. Αυτές τις μέρες ξαναδιάβασα τις ιστορίες που περιέχονται στον τόμο «Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα» και η ιστορία που έγραψε ο Γιαννουλέας μου προκάλεσε μια έντονη διάθεση να βρεθώ και πάλι στη Στούπα, όπου η ιστορία του εξελίσσεται. Το δίχως άλλο ο Γιαννουλέας τείνει να προκαλεί και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον για τη γενέτειρά του.