Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014 00:00

Το «σβήσιμο» μιας μανιάτικης βεντέτας...

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ 
Είχα διαβάσει τον «Πειρατή», μυθιστόρημα 250 σελίδων, σε μιάμιση μέρα. Το «Και τώρα δεν είναι αργά», μικρότερο σε όγκο, μου πήρε μόνο λίγες ώρες. Η γραφή του Κώστα Αρκουδέα είναι τέτοια που δεν σε αφήνει να σταματήσεις αν δε φτάσεις στο τέλος της ιστορίας. Μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται στη μεσσηνιακή Μάνη και την Αμοργό και αφορά μια βεντέτα...

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ 

Της Μαρίας Νίκα
Είχα διαβάσει τον «Πειρατή», μυθιστόρημα 250 σελίδων, σε μιάμιση μέρα. Το «Και τώρα δεν είναι αργά», μικρότερο σε όγκο, μου πήρε μόνο λίγες ώρες. Η γραφή του Κώστα Αρκουδέα είναι τέτοια που δεν σε αφήνει να σταματήσεις αν δε φτάσεις στο τέλος της ιστορίας. Μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται στη μεσσηνιακή Μάνη και την Αμοργό και αφορά μια βεντέτα...

Για το πώς τα δύο βιβλία συνδέονται, αλλά και για τη λογοτεχνία γενικότερα μας μίλησε ο συγγραφέας, ο οποίος την Παρασκευή στις 9.00 το βράδυ θα βρίσκεται στο Δημοτικό Ωδείο Καλαμάτας, σε μια εκδήλωση του βιβλιοπωλείου «Βιβλιόπολις» και των εκδόσεων «Κουκουνάρι». Το νέο του βιβλίο «Και τώρα δεν είναι αργά», θα παρουσιάσουν οι Στάθης Γυφτάκης, Λίλλυ Τριαντάρη και Ναυσικά Πέππα - Τριαντάρη. Παρών θα είναι και ο χαράκτης Νίκος Σταυρακαντωνάκης, ο οποίος έχει εικονογραφήσει το βιβλίο.

To «Και τώρα δεν είναι αργά» αποτέλεσε, όπως γράφετε, τη βάση για τον «Πειρατή» που κυκλοφόρησε το 2003. Από τότε μέχρι σήμερα εκδώσατε και άλλα βιβλία. Γιατί αποφασίσατε να επιστρέψετε στην ιστορία του Πότη Γερακέα 11 χρόνια μετά; 

Επέστρεψα ουσιαστικά στο αρχικό σχήμα του κειμένου, την επιστολική νουβέλα, η οποία είχε διασκορπιστεί μέσα στο μυθιστόρημα «Ο πειρατής». Την απομόνωσα, την επιμελήθηκα εκ νέου, την αγάπησα ακόμη περισσότερο και έκρινα ότι έπρεπε να αποδοθεί στην αρχική της μορφή. Έτσι προέκυψε το «Και τώρα δεν είναι αργά». Το νόημά της, δηλαδή το σβήσιμο μιας μανιάτικης βεντέτας στις μέρες μας, αποδίδεται τώρα με τον πλέον εύληπτο τρόπο.

Η εικονογράφηση με τα χαρακτικά του Νίκου Σταυρακαντωνάκη πώς προέκυψε;

Όταν πρωτοσυναντηθήκαμε με την Μαρούσκα Τριαντάρη των νέων εκδόσεων Κουκουνάρι και ήπιαμε έναν καφέ στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου, της έδωσα το χειρόγραφο του «Και τώρα δεν είναι αργά» και της είπα ότι θα ήθελα να το έβλεπα σε μια έκδοση τέχνης. Συμφώνησε αμέσως. Μου είπε ότι σκόπευε να ξεκινήσει μια σειρά με αυτό το θέμα (ιστορίες από την Ελλάδα που ενώνουν το χτες με το σήμερα) και ότι για το σκοπό αυτό θα συνεργαζόταν με τον Νίκο Σταυρακαντωνάκη, ο οποίος την είχε εντυπωσιάσει με τα χαρακτικά του. Ο Νίκος διάβασε το «Και τώρα δεν είναι αργά» και εμπνευσμένος από αυτό άρχισε να φιλοτεχνεί τις ξυλογραφίες που είδατε στο βιβλίο. Διηγήθηκε την ιστορία με τον δικό του τρόπο, μέσα από την τέχνη του, κι έτσι η λογοτεχνία και τα εικαστικά συναντήθηκαν σε τούτη εδώ την έκδοση.  

Έχετε γράψει και παιδικό βιβλίο. Πόσο εύκολο είναι από τις σκληρές εικόνες της βεντέτας και των σκοτωμών να περάσεις στην ατμόσφαιρα ενός παραμυθιού για παιδιά;

Υποθέτω ότι είναι η ερώτηση που γίνεται και στον Ευγένιο Τριβιζά συχνότερα από κάθε άλλη, πώς δηλαδή ένας εγκληματολόγος γράφει τόσο τρυφερές παιδικές ιστορίες. Κοιτάξτε, μέσα μας κατοικούν άγγελοι και δαίμονες. Κανένας άνθρωπος δεν είναι μονοδιάστατος. Έχει πολλές πλευρές, οι οποίες έρχονται κατά καιρούς στην επιφάνεια. Όταν γίνεσαι πατέρας, βλέπεις τον κόσμο με άλλα μάτια. Έγραψα το παραμύθι «Η πολύχρωμη σβούρα» γιατί ήθελα να αποτυπώσω το μοναδικό αίσθημα αισιοδοξίας που μεταδίδουν τα παιδιά στους μεγάλους.  

Έχετε εργασθεί στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και στη Διεύθυνση Γραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού. Πώς βλέπετε την πολιτική για το βιβλίο στην Ελλάδα;

Χωλαίνει, σε βαθμό εξοργιστικό. Το βιβλίο στην Ελλάδα δέχεται απανωτά χτυπήματα τα τελευταία χρόνια. Πρώτα έκλεισε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ενώ έπρεπε απλώς να περιοριστεί και να εξορθολογιστεί) και ένα μέρος του κατέληξε στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, όπου ασφυκτιά. Ύστερα καταργήθηκε η Ενιαία Τιμή Βιβλίου, που ίσχυε στην πλειονότητα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα να επικρατεί αυτή τη στιγμή χάος στην αγορά βιβλίου. Τώρα έμαθα ότι σκοπεύουν να φορολογήσουν ακόμα περισσότερο το βιβλίο, δίνοντάς του τη χαριστική βολή, καθώς θα καταστεί είδος πολυτελείας.     

Γρήγοροι ρυθμοί ζωής, τηλεόραση, διαδίκτυο, facebook… Μένει χρόνος σήμερα για διάβασμα;

Χρόνος για διάβασμα και μάλιστα ποιοτικό διάβασμα (εκείνο όπου υπογραμμίζεις τα σημεία που σου κάνουν εντύπωση) πάντα υπάρχει. Είναι ο εξισορροπιστικός παράγοντας. Μπορεί να ζούμε στην εποχή όπου κυριαρχεί η εικόνα, αλλά ο άνθρωπος έχει ανάγκη να αγγίζει τον βαθύτερό του εαυτό, όταν σκέπτεται, φαντάζεται και ονειρεύεται. Ό,τι ακριβώς του προσφέρει ένα βιβλίο. Διαβάζει και μεταφέρεται σε έναν χώρο καθαρά δικό του, απόλυτα προσωπικό, μέσα στον οποίο κινείται με άνεση και επιλέγει οτιδήποτε κεντρίζει το ενδιαφέρον του. Κανένα άλλο μέσο δεν του προσφέρει αυτή τη δυνατότητα.

Μικρό βιογραφικό
Ο Κώστας Αρκουδέας γεννήθηκε στην Αθήνα, με τόπο καταγωγής την Πολιάνα της μεσσηνιακής Μάνης. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων το 1987, με τη συλλογή διηγημάτων «Ασ’ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει». Ακολούθησαν τα βιβλία: Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα (1987 Οδυσσέας), Το τραγούδι των τροπικών (1988 Οδυσσέας), Το παλιό δέρμα του φιδιού (1992 Κέδρος), Τα κατά Αιγαίον πάθη (1994 Κέδρος), Και πρόσεχε να μην πετρώσεις (1996 Λιβάνης), Ποτέ τον ίδιο δρόμο (1999 Κέδρος), Όλες οι μέρες Κυριακή (2000 Κέδρος), Αναζητώντας την ιδανική γυναίκα (2002 Ελληνικά Γράμματα), Ο πειρατής (2003 Κέδρος), Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του (2004 Καστανιώτης), Ο αριθμός του Θεού (2008), Τα σιγκλάκια (2010 Απόπειρα), Η πολύχρωμη σβούρα (Άγκυρα 2013).