Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018 16:35

Ζωή που αξίζει…

Της Μαρίας Νίκα
Παρασκευή απόγευμα βλέπω σε αρκαδική ιστοσελίδα ότι ο Θανάσης Λάλας παρουσιάζει το βράδυ το βιβλίο του στην Τρίπολη. "Έφοδος στον ουρανό" με 21 από τις 3.500 συνεντεύξεις που έχει κάνει μέχρι σήμερα. Η συνέντευξη είναι το αγαπημένο μου δημοσιογραφικό είδος. Αποφασίζω να πάω.

Τα λάστιχα του αυτοκινήτου θέλουν άλλαγμα, ο ένας υαλοκαθαριστήρας στο μπροστινό παρμπρίζ είναι μισοχαλασμένος κι από το πρωί διαβάζω ότι στην Αρκαδία χιονίζει. Εννοείται ότι ούτε "αλυσίδες" έχω στο πορτ-μπαγκάζ, όμως και να είχα δε θα μπορούσα να τις τοποθετήσω. Βάζοντας μπρος το αυτοκίνητο διαπιστώνω ότι η βενζίνη με φτάνει μέχρι την Τρίπολη, αλλά για την επιστροφή θα πρέπει να ξαναβάλω. "Εντάξει μωρέ, κάποιο βενζινάδικο θα βρω εκεί" σκέφτομαι και ξεκινάω. Α, μου έχει τελειώσει και ο χρόνος ομιλίας στο κινητό…

Φτάνω στην πλατεία Αγίου Βασιλείου. Η εκδήλωση είναι στο Μεγάλο Καφενείο. Από τα πιο παλιά και ιστορικά καφενεία της Πελοποννήσου, ψηλοτάβανο με ξύλινη οροφή, μαρμάρινα τραπέζια και καρέκλες από ξύλο και καφέ δέρμα. Φτιάχτηκε το 1898 και τα πρώτα του αυθεντικά έπιπλα είχαν παραγγελθεί στη Βιέννη! Εδώ, λέει, έγινε και η πρώτη προβολή βωβού κινηματογράφου στην Τρίπολη.

Η αίθουσα φωτεινή και ζεστή, γεμάτη κόσμο. Στο μικρόφωνο ο Θανάσης Λάλας και δίπλα του ο περιφερειάρχης Πέτρος Τατούλης σε μη πολιτική εμφάνιση, να μιλάει για Φρόυντ και Άντι Γουόρχολ.

Ο Λάλας απολαυστικός, αφηγείται στιγμές από τις συναντήσεις του με τις τεράστιες προσωπικότητες που έχει συνομιλήσει. Περιγράφει πώς πετούσε για μερικές ώρες στη Νέα Υόρκη, έπαιρνε τη συνέντευξη κι επέστρεφε. Πώς κατάφερνε να πείσει αυτούς τους περιζήτητους και πολυάσχολους ανθρώπους, συναγωνιζόμενος μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης που περίμεναν στην ουρά για συνέντευξη, όχι απλώς να του μιλήσουν αλλά να του ανοίξουν την καρδιά τους. Θέλει θάρρος για να ρωτήσεις μια γυναίκα (Ντόρις Λέσινγκ) πώς αποφάσισε να εγκαταλείψει τα δυο παιδιά της και να ταξιδέψει για να γράψει, κι εκείνη να σου απαντά με απόλυτη ειλικρίνεια βγάζοντας την ψυχή της (ένα από τα αποσπάσματα που μας έδειξε, αφού τις συνεντεύξεις τις μαγνητοσκοπούσε κιόλας). Τον ακούω να λέει για τις 56 ώρες εγγραφής που χρειάστηκε για μία μόνο συνέντευξη και αισθάνομαι τόσο τεμπέλα που μια-δυο ωρίτσες απομαγνητοφώνησης μου φαίνονται "βουνό".

Συνεντεύξεις με ερωτήματα απλά αλλά ουσιαστικά, χωρίς διάθεση εντυπωσιασμού. "Αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν να κάνω μαζί τους εξειδικευμένες συζητήσεις πάνω στο έργο τους, αλλά να μάθω πώς ένας άνθρωπος εκτινάσσεται και καταφέρνει να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Να δω πώς ξεπερνά το ανυπέρβλητο, στο οποίο φτάνουμε όλοι πολλές φορές αλλά μας φοβίζει και δεν το αγγίζουμε... Αυτές οι συνεντεύξεις ήταν ένας τρόπος να ενθαρρυνθούν οι απλοί άνθρωποι σε κάθε μέρος του κόσμου, όσο μακριά κι αν βρίσκονταν από το κέντρο, να δοκιμάσουν τη γεύση του ονείρου τους…».

Βγαίνοντας από το Μεγάλο Καφενείο με το βιβλίο στα χέρια και το απίστευτο κρύο που κατεβάζει το χιονισμένο Μαίναλο να μου παγώνει εντελώς το κορμί, σκέφτομαι τα λόγια του: «Έξυπνος άνθρωπος δεν είναι αυτός που κάνει έξυπνα πράγματα αλλά αυτός που κάνει τους άλλους εξυπνότερους» ή «Ζωή που αξίζει είναι η ζωή που μπορείς να αφηγηθείς».

Η ώρα είναι έντεκα κι έχω ξεχάσει πως, εάν θέλω να επιστρέψω στην Καλαμάτα, πρέπει να βρω βενζινάδικο. Αρχίζω τις βόλτες με το αυτοκίνητο αλλά ανοιχτό πρατήριο πουθενά! Έχω γυρίσει δύο φορές την πόλη, μέσα κι έξω, με αποτέλεσμα να χαλάσω και όσα καύσιμα μου είχαν απομείνει. Γύρω στα μεσάνυχτα, κι ενώ βρίσκομαι παγωμένη, σε απόγνωση, στην έρημη οδό Ναυπλίου, έξω από κάποιο κλειστό βενζινάδικο, σταματάει ένας νεαρός με το αυτοκίνητό του και αρχίζει να βάζει βενζίνη! Τον πλησιάζω τρέχοντας:
- Πώς το κάνατε αυτό; Δεν είναι κλειστό;
- Είναι, αλλά έχει αυτόματο μηχάνημα.
- Δηλαδή μπορώ να βάλω κι εγώ;
- Βέβαια, θέλετε να σας βοηθήσω;
Και με βοήθησε!!! Να είναι καλά, τόσο ευγενικός κι εξυπηρετικός. Λες κι έπεσε απ’ τον ουρανό! Ούτε τ’ όνομά του δε ρώτησα πάνω στην αγωνία μου. Μόλις που πρόλαβα να τον ευχαριστήσω. Εν τω μεταξύ, επειδή με το αυτόματο μηχάνημα δε γινόταν να βάλεις απλή αμόλυβδη, αναγκαστικά έβαλα 100άρα. «Πέταγε» το αυτοκίνητο στην επιστροφή.
Οδηγώντας περασμένες 12 στην άδεια εθνική σκεφτόμουν πόσο απερίσκεπτη είμαι. Που αφήνω τα πράγματα στην τύχη. Που θα πάθω τίποτα και θα μείνει το παιδί μου χωρίς μάνα κ.λπ., κ.λπ. Όμως, από την άλλη, είπαμε: «Ζωή που αξίζει είναι η ζωή που μπορείς να αφηγηθείς»…

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Τα "παιδικά" βιβλία που αγάπησα το 2017