Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020 17:48

Τα φοβισμένα και πεινασμένα παιδιά

Felix Elie Regamey, Ο Βερλαίν και ο Ρεμπώ στο Λονδίνο (1872)

Felix Elie Regamey, Ο Βερλαίν και ο Ρεμπώ στο Λονδίνο (1872)

Χρονογράφημα του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
            Υποδειγματικός ο στολισμός της πλατείας της πόλης μας. Ολίγον σουρεαλιστικός, ολίγον προσωπικός, ολίγον τι <<  υπέρ πατρίδος, θρησκείας και οικογένειας >>. Ο δήμος κρατώντας  ραφτάδικο με ευμέγεθες ψαλίδι, κόβει και ράβει οικονομικά κουστούμια και ντύνει όποια μέρη αυτός νομίζει πως ανήκουν στη σφαίρα δημοσίου συμφέροντος. Ιδιοκτήτης  των εσόδων του δήμου που αγογγύστως ακουμπάει κάθε μήνα το πόπολο, ευκατάστατο και μη, τα διαχειρίζεται κατά το δοκούν, όχι πάντα, σε κραυγαλέες επενδύσεις, ανούσιες, μεσαιωνικές και επηρμένες. Η έλλειψη έργων υποδομής που δυσχεραίνουν την καθημερινότητα των πολιτών είναι τόσο εξόφθαλμη που μόνο η νοοτροπία τοπικών τσιφλικάδων δε θα την έβλεπε. 

        Υποδειγματικός ο στολισμός, που άλλοι ράθυμα και άλλοι ως φιγούρες ζωηρής έπαρσης τον περίμεναν με ζέον ενδιαφέρον και πίστη χριστιανού. Κι ας ξέρουν πως κανένα πρόβλημα δε θα τους λύσει. Κι ας ξέρουν πως όπως και πριν που διακρίθηκαν αμετανόητοι να περιμένουν στις ουρές των υπηρεσιών, να αποφύγουν την παραισθησιογόνα ουσία της αδιάφορης εκτελεστικής γραφειοκρατίας του δήμου, έτσι και μετά το σβήσιμο των φώτων πάλι αμετανόητοι θα μείνουν.

       Ημέρες και νύχτες δόξας βιώνουν οι κάτοικοι της πόλης όταν σεργιανούν την πλατεία από τη μια άκρη στην άλλη. Διαβάτες, ξενόφερτοι, οδοιπόροι, παρεπιδημούντες στις πέριξ οικίες και βεράντες, απολαμβάνουν το φωτισμό, ευτυχείς εν μέσω δυστυχίας λόγω κορονοϊού, χωρίς συνωστισμούς και εύθραυστες συνάξεις. Αυτή η ιέρεια της ηδονής που νιώθουν στη φωτισμένη πλατεία, να ήταν έτσι και στο σπίτι τους, γλυκιά και τρυφερή! Εκεί στα ενδότερα ενδιαιτήματα του τριαριού, της σοφίτας, του στενού χώρου, που θρυψαλιάζουν τα νεύρα τους ο ένας πάνω στον άλλο. Εκεί που κάποιος έχει πυρετό, άλλος είναι χωρίς δουλειά, στον τρίτο όροφο ψηλά έναν που τα βάσανά του είναι τόσα πολλά που δεν μπορεί να τα βαστά. Αλλού στην κάτω γειτονιά, πολλοί ‘ναι που καρδιοχτυπούν, στο υπόγειο πάσχοντες κι εκεί, παντού, παντού θρηνούν, άνθρωποι όμοιοι σαν και ‘μάς. 

       Υποδειγματικός ο στολισμός κι όμως κάπου πεινάει ένα παιδί!  Υπό τις αυστηρές οδηγίες της απαγόρευσης της κυκλοφορίας ανθρώπων και ιδεών, λόγω του ιού, λάθρα σας στέλνω τους στίχους του Ρεμπώ για τα πεινασμένα παιδιά, μέρες που ‘ναι: << Μαύρα μεσ’ στην ομίχλη και το χιόνι, μπροστά στην τρύπα που η φωτιά φουντώνει, με τα κολιά τους ένα γύρω σκυφτά./ Πέντε φτωχά, - τι λυπημός σε πιάνει!- κοιτάζουνε το φούρναρη να κάνει  τα  ξανθωπά  βαριά  ψωμιά./ […] Να  ψήνεται   τ΄ άσπρο ψωμάκι ακούνε, κι ο  φούρναρης με χείλη που γελούνε, ένα τραγούδι τραγουδάει παλιό./ Κι όταν μεσάνυχτα στερνά σημαίνουν κι έτοιμα τα ψωμιά απ’ το φούρνο βγαίνουν, κίτρινα με την κόρα τη σκαστή,/ [… ]πως μέσα τους ξανά η ζωή χαράζει, πόσο η ψυχούλα τους αναγαλλιάζει, κάτω απ’ τα κουρέλια που φορούν!/ Νιώθουν πως ζούνε τόσο ευτυχισμένα! Τα φτωχαδάκια τα κρουσταλλωμένα, που μένουνε μπρος στη θυρίδα εκεί,/ τις κόκκινες μυτίτσες τους κολλώντας στα κάγκελα και κάτι τραγουδώντας, όμως πολύ σιγά, σαν προσευχή![…] και τόσο τα κορμάκια τους τεντώνουν προς τον ξανανοιγμένον ουρανό,/ που τα βρακάκια τους ξοπίσω σκίζουν και τα πουκαμισάκια τους τρεμίζουν στ’ αγέρι το χειμερινό./

             ellinikoxronografima.blogspot.gr