Σάββατο, 02 Ιανουαρίου 2021 11:42

Χειμώνας και ποίηση

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
              << Χειμών, πούθε φυτρώνει;; >> με ρώτησε ο γεννήτορας και περίμενε την απάντησή μου. << Δύσκολα μου βάζει >> σκέφτηκα και σηκώθηκα  να σαλτάρω να φέρω το λεξικό. << Ε, πού πας;  Κάτι  σε ρώτησα, πες μου; >> μου είπε και απλώνοντας το χέρι με κόλλησε  πάλι στο σκαμνί << Πάω να φέρω το λεξικό, να δούμε τι γράφει; >> ψέλλισα και ζαλικομένος ντροπή λούφαξα. << Έλα, ρε , που θα συμβουλευτείς λεξικό, εύελπις νέος και γυμνασιόπαις! Άκου: Χειμών βγαίνει από τη λέξη χείμα ίσον χειμωνιάτικος καιρός. ψύχος, παγετός, εξ΄ου και το ρήμα χειμάζομαι από τον παγετό. Αυτό λέει το λεξικό του λαού. Το δικό σου να το βράσω! >> Έτσι ενθυμούμενος αυτά, και, βλέποντας το χειμαζόμενο πόπολο να  τουρτουρίζει, είπα να τον τρομάξουμε το Χειμώνα με στίχους, βέβαιος πως θα σταθούν οικείοι και ζεστοί απέναντι σας!

           Κωστής Παλαμάς.  Η ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ. Εφέτος άγρια μ΄ έδειρε η βαρυχειμωνιά, / που μ΄ έπιασε χωρίς φωτιά και μη ηύρε δίχως χιόνι ,/ κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά / στη χιονισμένη στράτα //. Μα εχθές καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού / και τράβηξα να ξαναβρώ τα αρχαία μονοπάτια / στο πρώτο μοσχοβόλημα ενός μακρινού / μου δάκρυσαν τα μάτια //.

              Γεώργιος Δροσίνης. ΧΕΙΜΩΝΙΑΣΕ. Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά / γοργά ο πελαργός το πελαργόνι / κι η φλύαρη χελινοδοφωλιά/ χορτάριασε παντέρημη και μόνη //. Του σπίνου χάθηκε η γλυκιά λαλιά,/ φοβήθηκε ο μελισσουργός  το χιόνι / κι η σουσουράδα κάτω στην ακρογιαλιά  / δεν τρέχει, δεν πηδά, δεν καμαρώνει //. Στης λυγαριάς  τ΄ ολόξερο κλαδί / του φθινοπώρου φτωχικό παιδί / ο καλογιάννος πρόσχαρος, / μικρός προφήτης φτερωτός μηνά / την Άνοιξη που θα προβάλλει πάλι //.

             Μίλτος Σαχτούρης. ΧΕΙΜΩΝΑΣ. Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια / τι τέλεια που μαραθήκαν / κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους /  με μια φοβισμένη καρδιά χελιδονιού /χειμώνιασε και φύγαν τα χελιδόνια / γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό / δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό κοιτάζονται / στα μάτια αγριεμένα / αύριο θα βγει στους δρόμους και βροχή απελπιστική / μοιράζοντας τις ομπρέλες της / τα κάστανα θα τη ζηλεύουν / και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιάς / θα βγουν κι άλλοι έμποροι / αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια / αυτός που πουλάει τις ζεστές – ζεστές προβιές / αυτός που πουλάει το καυτό σαλέπι /  κι αυτός  που  πουλάει θήκες από κρύο για τις φτωχιές καρδιές //.

       Κώστας Καρυωτάκης.  ΤΟ ΧΙΟΝΙ. Τι καλά που ΄ναι στο σπίτι μας τώρα που έξω πέφτει χιόνι! / Το μπερντέ παραμερίζοντας τ΄ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι / να σκεπάζει όλα τα πράγματα, δρόμους, σπίτια, δέντρα, φύλλα //. Πόσο βλέπω μ΄ ευχαρίστηση μαζεμένη τόση ασπρίλα //.  Όμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας το κορίτσι κείνο τρέχει //.  Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας, ψωμί λέει πως δεν έχει,/  πως κρυώνει , πως επάγωσε/. Έλα μέσα κοριτσάκι μου, το τραπέζι μας εστρώθηκε κι αναμμένο είναι το τζάκι !//

     Τάσος Λειβαδίτης. ΑΝΑΜΟΝΗ. Ήταν  νέος ωχρός / καθόταν στο πεζοδρόμιο, Χειμώνας, κρύωνε//. << Τι περιμένεις ; >> του λέω //.  << Τον άλλον αιώνα >>, μου λέει //. Και χιόνιζε ήσυχα – ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο //.

     Κική Δημουλά. Η ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ. Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια / κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης //. Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολίσθηση / η επιθυμία προς τι να έρθει; >> 

   Μυρτιώτισσα. ΧΕΙΜΩΝΑΣ. Νάτος πάλι που έφτασε ο θλιβερός Χειμώνας / μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι //. Χλόμιασε η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας //. Ώρες θα στέκω ν΄ αγροικώ το μανιασμένο αγέρι //.    [ … ]  Ω! πόσο μόνη θα αιστανθώ  στην άδεια κάμαρά μου//.  Όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π΄ αγάπησα, μ΄ αφήσει //. Με τι λαχτάρα θα το ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου, / σα θα ‘ρθει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει!//

   ellinikoxronografima.blogspot.gr