Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021 09:21

Ποίηση και Τριφύλιοι ποιητές

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Τιμά μια χρονογραφική στήλη να μην ξεχνά ντόπιους, παλιούς και σύγχρονους μάστορες της ποίησης. Άκρως συμβολικά αντιγράφω δείγματα γραφής τους, αν μη τι άλλο, και, για να τους θυμηθούμε αλλά και να καταστήσουμε εαυτούς έτι επιμελέστερους.  

           Μιχάλης Κατσαρός. ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.   Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος / δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω//.  Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου / ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες //. Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος / χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες //. Πίσω από το χάρτινο κήπο σας /πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας / εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη / ο άνεμος δικός μου / μάταιοι φόβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες / μάταιοι λόγοι //. Μην αμελήσετε//. Πάρτε μαζί σας νερό//. Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία //.

       Πάνος Σπάλας.  ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ.   Μια πολυκατοικία με πολλά πατώματα / με πλήθος παράθυρα, πόρτες, δωμάτια //. Το σχήμα της τεράστιο και επιβλητικό / μ’ ένα ρυθμό μοντέρνο όλο  κυβιστικό //. Μια πολυκατοικία μ’ άπειρους εισόδους / κι εξόδους, φυσικά, προς όλες τις παρόδους //. Π ‘ ολόγυρα τη ζώνουν, την ορθογωνίζουν /κι από τις γύρω χαμοκέλες τη χωρίζουν //. Τα φώτα της πολύχρωμα, ως βραδιάζει/  μοιάζουν ρουμπίνια, που σ’ ένα χαλί  τ’  αδειάζει//.  Ξέχειλη κούπα ολόχρυση, παραμυθένια / που την κρατούν χέρια κομψά, κερένια //.   [ … ]  Μια απέραντη ζωή κει μέσα καθρεφτίζεται / κι απόνα διακόπτη όλη φωτίζεται //. Καθώς τα βράδια απλώνονται ιδρωμένα/ από την σκόνη και την κάπνα λερωμένα //. Φορές- φορές, γέλια, τραγούδια, ξεφαντώματα/  απ’ τ’  ανοιχτά πετιούνται παραθύρια και τα δώματα //. Άλλες φορές ακούγονται και κλάματα/  ανάμειχτα με γέλια κι αθώα πειράγματα //. Κι όλα τόσο γλυκά και τόσο ωραία καθώς βγαίνουν/ απ΄  τ΄ ανοιχτά παράθυρα και ξεμακραίνουν //. Ώστε να λέγω: << Θαν’ ευτυχισμένη πολιτεία / η αντικρυνή μου η πολιτεία //.

       Διονύσης Πιτταράς.  Από τη συλλογή: Την πόλη μου τη σήκωσαν οι άγιοι καιροί.   [ . . . ]  Την πόλη μου τη ρήμαξαν οι ανάξιοι άρχοντες,/ … και πέτρα ορθή δεν άφησαν στην πόλη / να μαρτυράει γι’ αυτούς που λείαναν τα καλντερίμια, γενεές επί γενεές / αυτοί με τα αρπακτικά δάχτυλα / με τα μάτια σπίθες της κόλασης / οι θορυβοποιοί και οι συνωμότες της ακόλαστης μέρας //. { … ] Μεγαλώσαμε στη μικρή μας πόλη μαζί / ταπεινοί και δούλοι κι αφέντες / απ’ τον καιρό του μύθου / και για τριάντα αιώνες / η ζωή δεν είχε αλλάξει σε τίποτα //. […] Ο παράδεισός μου είχε  απ’ όλα τα καλά / και δικό μου τίποτα κι όλα δικά μου //. Δική μου η μέρα  κι ο ουρανός/ κι η θάλασσα κι ο ήλιος και το λιόγερμα //. Κότσια και βώλοι και γουρνίτσες / και ζντρόλια ή μπίκοι ή κλεφτοπόλεμοι κι αμάδες / μέσα στην πλάση του Θεού, εμείς μικρούλια και ξυπόλητα / παιδιά ενός ξυπόλητου Θεού //. [ …] Ξεθεμελιωμένοι ναοί κι εστίες και τάφοι / κανείς δεν ξέρει τι μέλλεται συμβεί μετά τον ορυμαγδό / κανείς δε ρωτάει για τίποτα //. Πού καταχώνιασαν τους μύθους σου,/ τους θρύλους σου, την παράδοση, τη γλώσσα, τη φωνή σου,/ και δεν είσαι η πόλη μου Εκείνη; //

        Κώστας Κατσαρός. ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ.  Μανιάζει στην κοιλάδα το αγιοκέρι / μα η σκέψη μου στον τόπο μου γυρνά / όπως του Νώε το πρώτο περιστέρι / στην κιβωτό που γύρισε ξανά //. Σαν κείνο να απαγκιάσει πουθενά δεν βρήκε / και μια στράτα να τη φέρει / σε μιας καινούργιας πίστης τα Άγια μέρη /δεν  είδε  ούτε στης  γνώσης τα βουνά //. Και πάει  για να λουστεί τούτην αυγή / στων παιδικών ονείρων την πηγή / σε χώρα, που τα λιόδεντρα καρπίζουν  //. Εκεί γελούν τα πέλαγα γλαυκά / κι είναι τόσο τα χινόπωρα γλυκά / που ξεγελούν τις λεμονιές κι ανθίζουν //. 

      Αλέκος Μαρύλας. ΓΑΛΑΤΟΒΑ.  Γυρίζω σε σένα όπως το πουλί με τις λαβωμένες φτερούγες / γράφει ανάριους κύκλους πάνω στο δέντρο πριν σταθεί, / κι ας ξέρει πως στις ρίζες του ο κυνηγός με σηκωμένο τ’ όπλο περιμένει //. Κρατώ από σένα μια μνήμη από τεφρό άνεμο και  γκρίζα ασημόφυλλα / κι ένα λειψό φεγγάρι, λουσμένο μόλις στα νερά της Αγίας Κυριακής, / καθώς αιμάτινο ροβόλαγε για να κρυφτεί στους κέδρους των Στροφάδων //.    Στ΄ αγνάντια σου ταξίδεψα σε ράχες δελφινιών,/  Βελλερεφόντης έφηβος στον ελαιώνα σου ωρίμασα κυνηγώντας χίμαιρες,/ κι έσκαψα με τα νύχια μου πηγές κρουνούς εντός μου, / ενάντια στον καιρό που χύνεται και πάει φλύαρος,/ ενάντια και στο θάνατο που τρέφεται με το χαμένο μας καιρό //.    Τ’ απολιθωμένα όστρακά σου, απομεινάρια μιας θάλασσας χαμηλωμένης,/ αντικαθρεφτίζουν, σμήνος πολύβουα, τα όνειρά μου,/ που ταξιδεύουν ασταμάτητα στα τρυφερά πλοκάμια του Ιονίου, / που χρόνια τώρα ταξιδεύουν, όλο ταξιδεύουν προς τη δύση,/ παίζοντας μια τυφλή τυφλόμυγα μαζί μου//. { … ]  Όραμα και καταφυγή,/ ... καθώς γυρίζω σε σένα Γαλάτοβα, ω Γαλάτοβα,/ νιότη μου βυθισμένη στον ύπνο των νερών! // 

    ellinikoxronogragima.blogspot.gr