Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021 08:58

Κυπαρισσία, κορονοϊός και η χωματερή της παραλίας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
            Ο εστεμμένος ιός δεν το βάζει κάτω. Μας δημιουργεί προσωπική πλήξη εξαιτίας του αναγκαστικού εγκλεισμού και μας παραμορφώνει το χαρακτήρα μέχρι τρέλας. Απεχθανόμενος ανέκαθεν τη στέρηση της ελευθερίας, δύσκολα κλείνομαι μέσα, και, λακάω όποτε η κλεισούρα απλώνει τους πλοκάμους της να με πνίξει. Έτσι και χθες ελλοχεύοντος του κορονοϊού και της πνιγηρής  αφρικανικής σκόνης, εξήλθα.  Εισπνέοντας το δροσερό αεράκι της έρημης πόλης, όδευσα δυτικά προς την παραλία, όπου κι άλλοι συμπολίτες κυρίως της συμπαθέστατης πρώιμης και μέσης ηλικίας, απολάμβαναν τον περίπατο, τη θάλασσα και την εξ αποστάσεως κουβέντα. 

        Δείλι με τις φλόγινες γλώσσες του ήλιου να στεφανώνουν την αρχόντισσα του Ιονίου, έφτασα στο πάρκο του Κώστα Κατσαρού. Έμπλεος του πάθους μου να ακκίζομαι από τους κελαηδισμούς των πουλιών, κάθισα στο παγκάκι, έτοιμος να συναντηθώ  με την ιέρεια της φυσικής ηδονής και να  προχωρήσω στα ενδιαιτήματα του οίκου της φιλοσοφίας. Μεταφέροντας το βλέμμα μου, πότε στο βουνό και πότε στη θάλασσα, είδα τον Πλάτωνα, προσφιλή και αδελφικό μου φίλο, να τα τσούζει όρθιος κάτω από ‘να πεύκο. Είχε βάλει στο στόμα φιαλίδιο τσίπουρου, το κατέβαζε κάτω και του έδινε και καταλάβαινε.  Με είδε, με πλησίασε, κάθισε και πιάσαμε ψιλό λακριντί. Κάποια στιγμή τον ρώτησα:  << Πώς να νιώθει ο κόσμος με τον ιό και τη μοναξιά που περιστρέφονται γύρω του; >> Ξεκαρφώθηκε από το παγκάκι, στήθηκε όρθιος και με άκρως ρομαντική διάθεση, κοιτάζοντας το χλοερό πάρκο , μου είπε με μια αργυρή φωτοχυσία στο βλέμμα του: <<Θυμήθηκα κάποιους στίχους του Κώστα Κατσαρού, θέλεις να τους ακούσεις;  << Ναι! >> του απάντησα ταχέως. << Σίγουρα μας υπενθυμίζουν πως είμαστε ηττημένοι ολοσχερώς και το θεωρώ λυπηρό >>. << Ας είναι. Τους ακούω! >> << Λίγους θυμάμαι αλλά είναι όλο το ζουμί >>. […] Σα Φιλομήνα μόνη, στ’ απονύχτερο / τις τρίλιες η ψυχή θα ξεδιπλώσει,/ ω, να σας πω, θέλω να πω τον πόνο μου / ως που η καρδιά μου, ρόδο να ματώσει //. Όχι από μίσος τώρα με μια εφτάδιπλη χορδή / τη μοναξιά πάω να ζητήσω //. Στη μόνωσή μου, άνθρωπε, θέλω πιότερο /να σας σκεφτώ και να σας αγαπήσω…//

      << Και τώρα μετά τη μόνωση και τη μοναξιά που μας έφερε ο εστεμμένος πάμε να σου δείξω κάτι τρομερό >>.  Προχωρήσαμε σιωπηλοί ως το << εν πλω >>. Η εικόνα αποκαρδιωτική. Τρόμαζες να ξετρυπώσεις το γέλιο των πέριξ, τρόμαζες να δεις κι ένα σημείο καθαρό, χωρίς ποτήρι πλαστικό, μπουκάλια, χαρτιά και προφυλακτικά. Εξέλιπε η καθαριότητα, ενέδιδε η χωματερή. Αδιάντροπα εκεί τις νύχτες και τις μέρες της καραντίνας,  πότες  ζωηροί, πίνοντας μπύρες, κρασί και πάσης φύσεως  αλκοολούχα ποτά, σκόρπιζαν τα απορρίμματα παντού.

       Τα χρειαστήκαμε. Νιώσανε ηττημένοι ως άνθρωποι ολοσχερώς.  Και ο δήμος, οι αιρετοί πού είναι;  Η υπηρεσία καθαριότητας τελεί εν αδεία ή ασθενεί; Ατόνησαν ντιπ για ντιπ οι προεκλογικές ευφορικές υποσχέσεις των εκλεγμένων για καθαρή πόλη;  Στην ανωφέρεια βάζουμε ζόρι κι όχι στην κατωφέρεια κύριοι άρχοντες του δήμου!    Μάλλον κέφι δεν έχετε. Ευκαιρία να σας το θυμίσει ο Σουρής.  Δεν έχω κέφι για δουλειά, / πάλι με δέρνει η τεμπελιά / και κάθομαι στο στρώμα / βρίσκω το σώμα μου βαρύ και όλ’ η γη δε με χωρεί / κι ο ουρανός ακόμα //. Κακά νομίζω τα καλά / και βλέπω μια στα χαμηλά / και μια κοιτώ απάνω //. Σ΄ αυτόν τον κόσμο τον χαζό / ας ημπορούσα να μη ζω,/ μα… δίχως ν’  αποθάνω //.  

      ellinikoronografima.blogspot.g