Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021 09:14

Άδεια η πόλη πού πήγαν όλοι;

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
             Η καραντίνα εθίζει στην τεμπελιά. Αν αράξεις στον καναπέ, καλομαθαίνεις και αντί να ξεκαρφωθείς και να φύγεις, καρφώνεσαι και μένεις. Δοθείσης ευκαιρίας  να πάω στο φαρμακείο,  να προμηθευτώ ένα HAND HYGIENE GEL αντισηπτικό, ξεπόρτισα. Δυστυχώς στην αγορά η καλή μου διάθεση και η άριστη εσωτερική ψυχική φωτοχυσία μου, εξαφανίστηκαν. Τα μαγαζιά κλειστά,  οι ευφορικές  συμπεριφορές των περιπατητών ψυχρές, η  κυκλοφορία  πεζών και οχημάτων σε ακινησία, οι αλλοτινές στιγμές του γέλιου και του θορύβου αποτραβηγμένες στις έρημες γωνιές. Τρομοκρατήθηκα! Με τέτοιο νταραβέρι ξενέρωτο, το ‘βαλα στα πόδια κι έγινα Λούης.  << Δε φταίνε οι συμπολίτες μου που κλείστηκαν στα σπίτια αλλά αυτός ο εστεμμένος ιός που τους αμπάρωσε μέσα >> σκέφτηκα και τράβηξα για το σταθμό του τρένου. 

            Στο ξενοδοχείο << ΙΟΝΙΟΝ >>  σ’  ένα  πλάτωμά του, πάνω στο πεζοδρόμιο, βρήκα ένα τραπεζάκι  με δυο καρέκλες που θρηνούσαν τη μοναξιά τους. Ήταν ότι είχε απομείνει από το λουκέτο της καφετέριας που λειτουργούσε στο ισόγειο. Κάθισα και άρχισα να παρακολουθώ τα παιχνιδίσματα του ήλιου, πάνω στη σκουριασμένη ατμομηχανή του σταθμού, τις ζωηρές πτήσεις των πουλιών στις φυλλωσιές των πεύκων  και να μετράω παρεμπιπτόντως τα πλαστικά φιαλίδια που ως σωρωμένα πλέον απορρίμματα, άδειαζαν και το τελευταίο τους αλκοολούχο απόσταγμα.  Η εικόνα αποκαρδιωτική. Τρόμαξα, πήρα το βλέμμα μου από κει και το ‘στρεψα αριστερά προς το μέρος του Κ.Τ.Ε.Λ. Στο αριστερό πεζοδρόμιο να σου ο Πλάτωνας. Αργά - αργά και μασκοφορεμένος κατευθυνόταν σε μένα. Με πλησίασε, έσυρε τη μάσκα να ελευθερώσει το στόμα του και μου είπε, χαριτολογώντας: <<Ρομαντζάρεις αραγμένος μόνος; Γιατί; >>  << Τι γιατί; Δε βλέπεις τι γίνεται; >> του απάντησα και του έκανα νεύμα να καθίσει. 

          Κάθισε. Άρχισε: <<Περπάτησα στους δρόμους της πόλης επιδεικτικά ως να μη συνέβαινε τίποτα. Όμως δεν τα κατάφερα να μείνω αδιάφορος με ότι είδα. Σχεδόν τα χρειάστηκα κι έκοψα δρόμο. Έξω από το εστιατόριο του<< ΑΧΙΛΛΕΑ >> το έσω δαιμόνιό μου ανήσυχο ξέσπασε και μου θύμισε τον Μπρεχτ. Αυτόν το μεγάλο ποιητή που είπε για τις πόλεις: << Από κάτω τους οχετοί //. Μέσα τους τίποτα κι από πάνω καπνοί //. Ζήσαμε εκεί μέσα. Τίποτα δε χαρήκαμε //. Φύγαμε κείθε γρήγορα. Κι αργά φεύγουν κι αυτές //.  

        << Έτσι είναι και η πόλη μας! >> ψέλλισε. << Δυστυχώς! >> του αποκρίθηκα, << Και τούτο το κακό που μας βρήκε  θα μας ακολουθεί μαζί με την πόλη! Το λέει ο Καβάφης. Αλλά ας το πιάσουμε κάπως με περισσότερους στίχους >>.  << Είπες, θα υπάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ΄ άλλη θάλασσα //. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη απ’ αυτή //. Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή //. [ . . . ] Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες //. Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους //. Και στις γειτονιές τις ίδιες θα γερνάς / και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις //. Πάντα στην πόλη αυτή θα φτάνεις //. Για αλλού – μη ελπίζεις – δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό //. Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ / στην κόχη τούτη τη μικρή / σ’  όλην την γη τη χάλασες //.

       Οι στίχοι μας  πλάτυναν  τη σκέψη και μας στιγμάτισαν  ανεξίτηλα τους χάρτες με τις πορείες των οριζόντων μας. Σηκωθήκαμε. Το άσμα με τη φωνή του Παπακωνσταντίνου από το κινούμενο όχημα μας υπενθύμιζε την τρικυμία της ύπαρξής μας, λέγοντας: <<  Άδεια η πόλη / που πήγαν όλοι / κι όλοι είσαι εσύ που έφυγες χωρίς να φταις //. Άδεια η πόλη / τι γίναν όλοι /αν με θυμάσαι, στην υγειά μου κάτι πιες .// 

   ellinikoxronografima.blogspot.gr