Χρονογράφημα του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
       Είναι ένα διήγημα του Όμηρου Πέλλα. Με κρύο πολύ και θλίψη που φτεροκοπά κι αφήνει γυαλιά. Μια συμφωνία λυγμών για τον αντιστασιακό ήρωα, τον όμορφο νέο που αιμορράγησε και πέθανε για να ‘ρθει η δική μας ρόδινη αυγούλα.  

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
    Ιδιαζόντως επιρρεπής σε γκρίνιες μου βγαίνει το προνόμιο να γράφω αλήθειες. Έτσι διατηρώντας και τη χαριτωμένη συνήθεια να σχολιάζω, δε βλέπω την ώρα να μπαίνω κατ’ ευθεία στο θέμα.

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
 Οι δόλιοι! Άνοες πιστεύουν πως το βιβλίο είναι εύκολο όπως κάνεις παιδί! Συμπεριφέρονται ως ανάγωγοι χωριάτες και αβασάνιστα γίνονται τσαλαπετεινοί, ντύνονται με λαμπρό πτέρωμα, βάζουν και το λοφίο στο κεφάλι και πετάνε! Γίνονται συγγραφείς πιστεύοντας πως η αφήγηση είναι χλωριωμένη κότα προς αποκομιδή στη χωματερή. 

Διήγημα του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
          << Αγαπημένε μου! Σ’ ευχαριστώ θερμά για το βιβλίο σου που μου έστειλες  και για τα ζεστά σου λόγια. Μα ακόμη σ’ ευχαριστώ πιο θερμά για την επικοινωνία που είχαμε. Αυτό μου ‘δωσε ζωή, μ’ έκανε πιο χαρούμενη και πιο γυναίκα! Ζωντανή, καυτή και ζωηρή όπως με θέλεις!

Διήγημα του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
Εφτά μέρες τώρα ένας μονόφθαλμος γύπας καθόταν στο μεγάλο ρολόι της πόλης κι έκλαιγε. Σαν κουραζόταν και σταματούσε, χτυπούσε με οργή το ράμφος του στους δείχτες, πλατάγιζε με θόρυβο κι επιθετικότητα τα φτερά του κι έκρωζε ηχηρά σαν δαιμονισμένος. 
Στην αρχή όλοι νόμισαν πως ο παράξενος αυτός επισκέπτης βρέθηκε τυχαία εκεί, αλλά σαν η παρουσία του μέρα με τη μέρα γινόταν ανυπόφορη, οι φόβοι για την ασυνήθιστη συμπεριφορά του μεγάλωσαν και χίλιες κακές σκέψεις γεννήθηκαν στα μυαλά τους.

ΔΙΗΓΗΜΑ Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          Το σπίτι της ήταν ένα παλιό διώροφο νοτιοδυτικά του σταθμού. Χτισμένο γερά, με ακροκέραμα στις τέσσερις γωνιές και μ’ ένα κήπο γεμάτο πορτοκαλιές και κισσούς που τύλιγαν όλη την μπροστινή πλευρά του τοίχου. Στο δεύτερο πάτωμα είχε ένα μπαλκόνι με σιδεριές που παρίσταναν δυο πουλιά, δυο ερωδιούς με μεγάλα ράμφη και γαμψά νύχια να κοιτάζονται. Σ’ αυτό το μπαλκόνι την είχα δει για πρώτη φορά να κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα και να ζωγραφίζει σ’ ένα μεγάλο μπλοκ. Μου άρεσε η εικόνα και όταν είχε λιακάδα τα σαββατοκύριακα που δεν είχα μάθημα, περνούσα και την έβλεπα…

ΔΙΗΓΗΜΑ Του  Παναγιώτη  Αντωνόπουλου  
       Στη νέα μου γειτονιά το παλιό τριώροφο με τα κόκκινα κεραμίδια και τις ορτανσίες στα μπαλκόνια του με μάγεψε. Τόσο ωραίο και κομψό ήταν  στη θέση του.

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου  
Δεν ξέρω γιατί, όταν αγναντεύω το Ιόνιο, ανακηρύσσω εαυτόν κυρίαρχο, οι στίχοι των ποιητών που έβαλαν σκοπό της ζωής τους τα μακρινά ταξίδια σε πέλαγα και θάλασσες με κατακλύζουν... Πλαταίνουν τη φαντασία μου, τον ορίζοντα τ’ ουρανού και του χαρτιού. Ξεχνώ τότε  τους γκουρμεδάτους λαγούς που μας τάζουν οι πολιτικοί, στίχους απαγγέλω δικούς τους, κυκλώνες, ναυάγια, φάροι, χώρες μακρινές, γέροι ναυτικοί, καράβια που αλαργεύουν περνούν μπροστά μου.

Χρονογράφημα του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          Μόνοι. Με τι καρδιά, με τι ψυχή να λησμονήσεις την αφράτη ξανθιά που άφησε ζωγραφισμένες τις καμπύλες της στη μαγική αμμουδιά. Με τι νου που δε λέει να ξεκολλήσει από τους φίλους του καλοκαιριού να  πορευτείς για τον επερχόμενο χειμώνα. Πώς να  ονειρευτείς με τόσο χάος μέσα σου, με τη ζωή σου δοσμένη σε μια στρίγκλα ερημιά που σου μεταδίδει μεταγγισμένη κάθε στιγμή την ασθματική της αρρώστια.  Με τι καρδιά να μαζέψεις το σκουπίδι που άφησαν οι έποικοι της πόλης. Δε φτάνει  το χλωμό χρώμα της φθοράς που σε βάφει το μουντό φθινόπωρο, πρέπει να σκύψεις να μπεις σε ρυθμό και κόκκινος κατακόκκινος του αιμάτου να ξεβρομίσεις ότι αχνίζον ακάθαρτο σκόρπισε το ασθενές γονίδιο του Έλληνα στη γη σου...

Διήγημα Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου 
          Τρεις μήνες ένας θανατηφόρος ιός ο Covid- 19 ήρθε σαν κατακτητής στη συνοικία των φτωχών και τους εξολόθρευε. Στην αρχή όταν τα δυο νέα κορμιά θάφτηκαν στο χώμα κανένας δεν έδωσε σημασία, όταν όμως ο ιός έστελνε καθημερινά στον τάφο κι άλλους, όλοι ανησύχησαν και ο πανικός ρίζωσε στη συνοικία διώχνοντας την απολλώνια νηφαλιότητα και τη γαλήνη που συντρόφευαν τους δυστυχισμένους εκείνους ανθρώπους.