Πέμπτη, 01 Δεκεμβρίου 2016 16:42

Η Βίκυ Μαραγκοπούλου λύνει τη σιωπή της για όσα φρέναραν το Διεθνές Κέντρο και Φεστιβάλ Χορού

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ LIFO 
Έλυσε, σε ένα βαθμό, τη σιωπή της η Βίκυ Μαραγκοπούλου για τα προβλήματα που αντιμετώπισε ως καλλιτεχνική διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, σε σχέση με το δήμαρχο, τη δημοτική αρχή και το Διοικητικό Συμβούλιο της Φάρις. Σε συνέντευξη της στο διαδικτυακό μέσο που εξειδικεύεται στον πολιτισμό και τις τέχνες, LIFO, και στον Δημήτρη Δουλγερίδη, η Βίκυ Μαραγκοπούλου και άλλα καταξιωμένα πρόσωπα του χώρου του πολιτισμού και των τεχνών, που έχουν διατελέσει καλλιτεχνικοί διευθυντές διακεκριμένων θεσμών, απαντούν σε ερωτήσεις για τις δύσκολες εμπειρίες τους, σε σχέση με τους φορείς διοίκησης των θεσμών αυτών, κατά την προσπάθειά τους να υλοποιήσουν το καλλιτεχνικό τους όραμα…

Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις της Βίκυς Μαραγκοπούλου, το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπισε και το οποίο προφανώς την οδήγησε στην απόφαση να παραιτηθεί, ήταν οι «σοβαρές διαφορές ανάμεσα στις αντιλήψεις του δημάρχου και του καλλιτεχνικού διευθυντή για την πορεία του θεσμού» του Διεθνούς Κέντρου Χορού και του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού, κάτι που δεν επέτρεψε στο θεσμό να αποκτήσει την αυτονομία του. Μάλιστα η κ. Μαραγκοπούλου τόνισε ότι ο θεσμός του Διεθνούς Κέντρου και του Φεστιβάλ Χορού περιορίστηκε σε μια από τις διάφορες δραστηριότητες της Φάρις, όπως οι επετειακές εκδηλώσεις του Δήμου, το καρναβάλι, οι καλλιτεχνικές σχολές, οι καλοκαιρινές συναυλίες, αλλά και το κοινωνικό ιατρείο, το κοινωνικό παντοπωλείο, η επαγγελματική κατάρτιση…
Σύμφωνα με το εισαγωγικό κείμενο της συνέντευξης, η Βίκυ Μαραγκοπούλου μιλάει για την «κατάρα του αυτονόητου», δηλαδή τη μη αξιοποίηση του Μεγάρου Χορού επί τρία χρόνια παρ’ ότι αυτό μπορούσε να λειτουργήσει αλλά και τη μη ανάθεση της αξιοποίησης του Μεγάρου Χορού στη καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Χορού.
Ειδικότερα η συνέντευξη με τη Βίκυ Μαραγκοπούλου έχει ως εξής:

1. «Θεωρείτε ότι η επιλογή ενός διευθυντή πρέπει να έχει ως κριτήριο τη σύμπτωση απόψεων με το διοικητικό συμβούλιο, και το αντίστροφο;
Θεωρώ πως ένας θεσμός δεν μπορεί να λειτουργήσει και να προχωρήσει αν οι σχέσεις του διοικητικού συμβουλίου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή είναι συγκρουσιακές, κάτι που, δυστυχώς, συμβαίνει συχνά. Για μένα, η σύμπτωση των απόψεων δεν είναι το ζητούμενο. Οι ρόλοι του καλλιτεχνικού διευθυντή και του Δ.Σ. είναι τελείως διαφορετικοί. Θα πρέπει να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο στην κατεύθυνση ενός κοινού στόχου και στην επιδίωξη ενός επιτυχημένου αποτελέσματος. Η συνεργασία πρέπει να διακρίνεται από εντιμότητα, καθαρότητα προθέσεων, εμπιστοσύνη, νομιμότητα και διαφάνεια, αλλά και χαρά και προσδοκία για να υπάρχει ένα αποτέλεσμα που να εμπνέει το κοινό και να προωθεί τα θέματα της τέχνης και τους καλλιτέχνες.
Αυτό που θεωρώ ακόμα πιο σημαντικό είναι ένας πολιτιστικός/καλλιτεχνικός θεσμός να θωρακίζεται από το ίδιο το θεσμικό του πλαίσιο. Η καταστατική φιλοσοφία και φυσιογνωμία του θεσμού πρέπει να είναι, καταρχάς, αποτέλεσμα εργασίας ανθρώπων του πολιτισμού με σύγχρονο και ανοιχτό πνεύμα. Κανένα διοικητικό συμβούλιο δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει σε αυτή την αρχική καταστατική φυσιογνωμία. Κρίσιμο ρόλο στον εκσυγχρονισμό και εμπλουτισμό αυτής της φιλοσοφίας μπορεί να παίξει ο καλλιτεχνικός διευθυντής και γι' αυτόν το λόγο πρέπει να τον αφήνουν ελεύθερο να αναπτύσσει και να υλοποιεί τις ιδέες του. Το διοικητικό συμβούλιο, σε αυτή την περίπτωση, έχει τον κρίσιμο ρόλο να οργανώσει το διοικητικό, οικονομικό και οργανωτικό πλαίσιο και, φυσικά, το ελεγκτικό, προκειμένου να υλοποιείται το βασικό καταστατικό όραμα έτσι όπως εξειδικεύεται από τον καλλιτεχνικό διευθυντή – γι' αυτό άλλωστε κρίνεται και αξιολογείται σε τακτά χρονικά διαστήματα.  

2. Ποια διαδικασία επιλογής διευθυντή και Δ.Σ. θα προτείνατε ως ιδανική, για να αποφεύγονται παρόμοιες συγκρούσεις;
Καταρχάς, θεωρώ απαραίτητο και οι δύο αυτές επιλογές να βασίζονται αποκλειστικά και μόνο σε αξιολογικά κριτήρια. Τόσο ο καλλιτεχνικός διευθυντής όσο και τα μέλη του Δ.Σ. θα πρέπει να έχουν αποδείξει με το έως τότε έργο τους ή τη γενικότερη ενασχόλησή τους με τις τέχνες, τα γράμματα και την επιστήμη, ή με τις γενικότερες γνώσεις τους για την οργάνωση και λειτουργία ενός θεσμού –ιδιαίτερα καλλιτεχνικού– ότι προσφέρουν τα εχέγγυα για την καλή από κάθε άποψη απόδοση του οργανισμού, τον οποίο όλες οι πλευρές καλούνται να υπηρετήσουν.
Τον κυρίαρχο ρόλο στην καλή συνεργασία παίζει το ειδικά μελετημένο, εκσυγχρονισμένο και με ανοιχτές προοπτικές εξέλιξης –που στην τέχνη είναι απαραίτητη προϋπόθεση– θεσμικό πλαίσιο, το οποίο πρέπει να προβλέπει με σαφήνεια και έμπνευση την όλη διαδικασία επιλογής προσώπων, καθώς και τους διακριτούς ρόλους των μελών του Δ.Σ. και του καλλιτεχνικού διευθυντή. Το διοικητικό συμβούλιο έχει τον κρίσιμο ρόλο να οργανώσει το διοικητικό, οικονομικό και οργανωτικό πλαίσιο, και φυσικά το ελεγκτικό.  

3. Θεωρείτε ότι υπάρχει όντως κίνδυνος υπερεξουσιών στον καλλιτεχνικό διευθυντή με βάση το ισχύον πλαίσιο;
Όχι, δεν πιστεύω καθόλου ότι υπάρχει κίνδυνος υπερεξουσιών. Θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια καλώς έχει αναγνωριστεί και στην πράξη πόσο κομβικός είναι ο ρόλος του καλλιτεχνικού διευθυντή σε έναν πολιτιστικό οργανισμό. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής είναι αυτός που έχει τη μεγάλη ευθύνη για την πορεία κάθε θεσμού. Είναι αυτός που μπορεί να του δώσει την ώθηση, το «πέταγμα», όπως ακριβώς έχει αποδειχθεί από την πράξη. Ο περιορισμός του ρόλου του καλλιτεχνικού διευθυντή δεν πιστεύω ότι θα θεραπεύσει τα προβλήματα που προκύπτουν.
Μια σωστή επιλογή καλλιτεχνικού διευθυντή, με σύμβαση ορισμένου χρόνου, απαλλαγμένη από τις όποιες κομματικές ή προσωπικές παρεμβάσεις και σκοπιμότητες, του οποίου το σχέδιο δράσης θα έχει γίνει εκ προοιμίου αποδεκτό –και ο απολογισμός του έργου θα γίνεται από γνώστες και με συγκεκριμένα κριτήρια–, όπως και η σταθερή συνεργασία μαζί του αποτελούν βασική προϋπόθεση για την επιτυχία των οραμάτων ενός πολιτιστικού φορέα.  

4. Ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίσατε ή έχετε αντιληφθεί κατά τη δική σας εμπλοκή;
Τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετώπισα και αφορούν ειδικά το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας απορρέουν από το γεγονός ότι δεν κατάφερε να λειτουργήσει ως αυτόνομος θεσμός. Οι κατάλληλες συνθήκες για να ολοκληρωθεί και να αναπτυχθεί ο θεσμός στην πλήρη λειτουργία του, σύμφωνα με το καταστατικό της ίδρυσής του, δημιουργήθηκαν όταν το Φεστιβάλ ωρίμασε και ακόμα ολοκληρώθηκε και το Μέγαρο Χορού, που ήταν και το σημαντικότερο. Διότι, η αρχική σύλληψη ήταν το Φεστιβάλ να αποτελεί μεν την κεντρική δραστηριότητα του Διεθνούς Κέντρου Χορού Καλαμάτας, ταυτόχρονα όμως να αποτελεί το Κέντρο έναν σημαντικό περιφερειακό θεσμό για τον χορό στην Ελλάδα, με ετήσια λειτουργία και πολλές παράλληλες δράσεις. Δηλαδή, ετήσιο πρόγραμμα παραστάσεων, παραγωγές, φιλοξενίες καλλιτεχνών, ερευνητική εργασία κ.λπ., με τοπική, εθνική και διεθνή δραστηριότητα.
Το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας είχε αποκτήσει όλη τη γνώση και είχε κάνει όλη την προετοιμασία ώστε αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο να έχει τα εχέγγυα μιας επιτυχημένης λειτουργίας με μεγάλο όφελος για τη χώρα. Μη αποκτώντας την αυτονομία του, το Διεθνές Κέντρο Χορού Καλαμάτας και το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού περιορίστηκαν στο να αποτελούν ένα κομμάτι των διαφόρων δραστηριοτήτων από τις πολλές που διαχειρίζεται μια κοινωφελής δημοτική επιχείρηση –με ένα συμβούλιο που στη μεγάλη του πλειοψηφία ορίζεται και εξαρτάται από τη δημοτική αρχή–, όπως οι επετειακές τελετές του δήμου, οι καλλιτεχνικές σχολές, τα καρναβάλια, οι καλοκαιρινές συναυλίες και το ΔΗΠΕΘΕΚ, αλλά και οι κοινωφελείς δράσεις (κοινωνικό ιατρείο, παντοπωλείο και επαγγελματική κατάρτιση).
Ήταν πολύ δύσκολο, μέσα σε ένα τέτοιο δημαρχοκεντρικό πλαίσιο, να αναπτυχθεί ο θεσμός, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν υπήρχαν και σοβαρές διαφορές ανάμεσα στις αντιλήψεις του δημάρχου και του καλλιτεχνικού διευθυντή για την πορεία του θεσμού.
Επιπλέον, δε, να προσθέσω ότι ο «Καλλικράτης» και οι μνημονιακές δεσμεύσεις δυσκόλευαν, ως έναν βαθμό, τη δημιουργία αυτού του απαραίτητου, κατά τη γνώμη μου, νέου οργανισμού προκειμένου να αξιοποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο όχι μόνο το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας αλλά και όλο το πολιτιστικό κεφάλαιο που έχει αποκτηθεί όλα αυτά τα χρόνια.

Εκτός από τη Βίκυ Μαραγκοπούλου απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα έχουν δώσει οι: Γιάννης Χουβαρδάς, σκηνοθέτης, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Γιώργος Κουρουπός, συνθέτης, πρώην πρόεδρος στο Δ.Σ. της Λυρικής Σκηνής, πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Ολιβιέ Ντεκότ, επιθεωρητής της γαλλικής κυβέρνησης για την καλλιτεχνική δημιουργία και τις πολιτιστικές δράσεις - πρώην διευθυντής πολιτιστικών οργανισμών.

Το πλήρες θέμα του LIFO με τίτλο «Η μητέρα όλων των μαχών: Καλλιτεχνικός διευθυντής ή διοικητικό συμβούλιο;» εδώ