Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018 11:56

Υποδήματα “Παπανικολάου”: Ξεχώριζε, πρόσφερε, καταξιώθηκε

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

“Τα πάντα ρει” και η ζωή συνεχίζεται, κεφάλαια κλείνουν και αμέσως ανοίγουν καινούργια. Έτσι και με το ιστορικό κατάστημα υποδημάτων “Παπανικολάου”, στον πεζόδρομο της Αριστομένους, το οποίο έκλεισε το κύκλο του μετά από μια διαδρομή 76 χρόνων.Ο ιδιοκτήτης του, Αθανάσιος Παπανικολάου, έχοντας τη διεύθυνση του καταστήματος από το 1982, πρόσφερε στην Καλαμάτα όχι μόνο στυλ και ομορφιά, με τα παπούτσια που πωλούσε στους κατοίκους της. Έδωσε στην πόλη ένα άλλο παράδειγμα εμπόρου. Επένδυσε μεγάλα ποσά για να φτιάξει ένα μαγαζί ποιοτικό και μοναδικό σε όλα, από τα έπιπλα μέχρι τα εμπορεύματα και από τη διαρρύθμιση μέχρι την εξυπηρέτηση. Και εξυπηρέτησε τους πελάτες του χωρίς εκπτώσεις στις αρχές του, χωρίς ψέματα για να πωλήσει κάποια ζευγάρια παραπάνω. Αν άξιζαν όλα αυτά, ο Αθανάσιος Παπανικολάου, συνταξιούχος έμπορος πλέον, το απαντάει στη συνέντευξη που μας έδωσε, στην οποία επίσης συζητήσαμε για το ελληνικό και ξένο παπούτσι, για την κατάσταση που αντιμετωπίζουν τα καταστήματα, για το Δήμο και τι μπορεί να γίνει στην Καλαμάτα ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες βελτίωσης της καταναλωτικής κίνησης…

Συνέντευξη στον Σταύρο Χ. Μαρτίνο

 

-Αν και γνώριζα ότι ετοιμάζεστε να συνταξιοδοτηθείτε δυσκολευόμουν να φανταστώ τον πεζόδρομο της Αριστομένους χωρίς το μαγαζί σας σε λειτουργία...

Και εγώ. Όταν πέρασαν όμως οι πρώτες 15 ημέρες μετά ούτε που θυμόμουν τίποτα.

-Δηλαδή μετά από τόσα χρόνια δουλειάς, όταν ξυπνάτε το πρωί δεν σας έρχεται να ετοιμαστείτε για να πάτε να ανοίξετε το μαγαζί;

Όχι! Μου λείπουν κάποια πράγματα αλλά γρήγορα τα ξεπερνάω. Πρέπει να κοιτάμε μπροστά.

-Πάντως το μαγαζί σας ξεχώριζε στο εμπορικό κέντρο της πόλης...

Ήταν μαγαζί με βαριά ιστορία. Και με “βαρύ” ιδιοκτήτη, που δεν ήμουν πάντα αρεστός γιατί εγώ έλεγα την αλήθεια στους πελάτες. Εάν δεν έκανε το παπούτσι έλεγα στον πελάτη ότι δεν κάνει. Προσπαθούσα να είμαι ειλικρινής. Και τελικά πέτυχα, μετά από αρκετά χρόνια, να μου έχουν οι πελάτες μου απόλυτη εμπιστοσύνη.

-Μιλήστε μου λίγο για την ιστορία του μαγαζιού

Ξεκίνησε το 1942 με τη φίρμα “Αδελφοί Παπανικολάου”, από τον πατέρα μου και τα αδέλφια του.

-Σε ποιο σημείο;

Εκεί που είναι τώρα το “Πι&Φι”, στη γωνία της πλατείας Βασιλέως Γεωργίου με τον πεζόδρομο της Αριστομένους.

Η καταγωγή μας είναι από τα Αρφαρά και ο παππούς μου, πατέρας του πατέρας μου, ήταν και αυτός τσαγκάρης στα Αρφαρά.

-Ήταν μαγαζί μόνο με υποδήματα;

Ναι μόνο υποδήματα. Εκείνη την εποχή ήταν όλα χειροποίητα. Δηλαδή ο πελάτης πήγαινε και δεν έβρισκε έτοιμο παπούτσι. Του έδειχναν σε φιγουρίνια τα σχέδια. Οι πιο καλοί πελάτες, οι πιο σταθεροί μάλλον, είχαν δικό τους καλαπόδι και φτιαχνόταν το παπούτσι στα μέτρα τους με βάση το στυλ που θέλανε. Τα παπούτσια ήταν έτοιμα σε μια εβδομάδα.

-Εσείς το προλάβατε αυτό;

Όχι. Αυτό κράτησε μέχρι τις αρχές του 1960. Μετά ήρθε το παπούτσι της βιοτεχνίας, των Αθηνών κυρίως. Ήταν και ελκυστικότερο και οικονομικότερο. Όμως αργότερα και αυτό εγκαταλείφθηκε. Τα τελευταία 20-25 χρόνια έχουμε μόνο εισαγωγής παπούτσια.

Από τη στιγμή που το ελληνικό ήταν ακριβότερο και χειρότερο από το ευρωπαϊκό, δυστυχώς δεν μπορούσε να αντέξει στον ανταγωνισμό. Ακόμα και αυτά τα παπούτσια που πολλές φορές βλέπουμε να παρουσιάζονται ως ελληνικά είναι κατασκευασμένα στην Κίνα και έχει μπει ελληνική φίρμα.

-Γιατί τα ελληνικά παπούτσια είναι χειρότερα και ακριβότερα από τα ευρωπαϊκά;

Αυτά οι δημοσιογράφοι τα ξέρετε. Οι βιοτεχνίες δανείζονταν χρήματα με πολύ υψηλό επιτόκιο. Είχαν και υψηλό εργατικό κόστος, γιατί η συντεχνία των τσαγκαράδων ήταν ισχυρή, πληρωνόντουσαν αρκετά καλά. Μια “στραβή” αν συνέβαινε η βιοτεχνία ήταν αναγκασμένη να χρεοκοπήσει. Οι παλιότεροι θα θυμούνται την “Ωμέγα” που έκανε τα παπούτσια “Scorpio”, τα οποία ήταν μια αντιγραφή των “Clarks”, κάτι σαν τα “Boxer” σήμερα που και αυτά είναι μια αντιγραφή των “Clarks”. Αυτή η βιοτεχνία έκανε εξαγωγή στη Ρωσία όμως μια χρονιά δεν πληρώθηκε και αναγκάστηκε να χρεοκοπήσει.

Επίσης, φτιάχνοντας χίλια ζευγάρια παπούτσια δεν μπορείς να ανταγωνιστείς την εταιρία που φτιάχνει ένα εκατομμύριο παπούτσια.

Είχαμε τα “Σεβρά”, που λέγαμε παλιά, τα οποία έφτασαν να είναι ακριβότερα και από τα Ιταλικά και από τα Ισπανικά, οπότε δεν είχαν λόγο ύπαρξης.

Επηρέασε επίσης η διαφήμιση που έκαναν οι ευρωπαϊκές εταιρίες.

-Εσείς πότε μπήκατε στο μαγαζί;

Το 1980 δούλεψα δύο χρόνια μαζί με τον πατέρα μου και μόνος μου από το 1982.

-Το μαγαζί “Παπανικολάου” στην οδό Αριστομένους και Πολυβίου πότε ξεκίνησε;

Το 1991. Ήταν ένα μαγαζί που κόστισε αρκετά χρήματα. Αντικατέστησα και ανακατασκεύασα τα πάντα, έβαλα μέσα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Να σας πω μόνο ότι οι μοκέτες ήταν όλες μάλλινες γερμανικές, ο καναπές και τα καθίσματα ήταν δερμάτινα, τα τζάμια ήταν 10άρια κρύσταλλα και όχι 6άρια, τα ξύλα ήταν μαόνι και όχι MDF.

Ήταν όλα προσεγμένα αλλά δυσκολεύτηκα στην αρχή. Ενώ είχα δαπανήσει πολλά χρήματα χρειάστηκαν δύο χρόνια μέχρι να εμπεδωθεί ότι το μαγαζί αυτό ήταν κατάστημα υποδημάτων. Πριν το πάρω εγώ ήταν βιβλιοπωλείο για πολλά χρόνια.

-Έκανε εντύπωση η ποιότητα στην εικόνα του μαγαζιού αλλά και η διαρρύθμισή του…

Να σας πω επίσης ότι κρατήσαμε την οροφογραφία, ένα όμορφο ζωγραφικό σχέδιο που υπήρχε από παλιά. Να φανταστείτε ότι για να γίνει η συντήρηση της οροφογραφίας είχαμε τον ζωγράφο πάνω στις σκαλωσιές δύο ολόκληρους μήνες καθημερινά. Όλο αυτό το διάστημα δεν γινόταν καμία άλλη εργασία στο μαγαζί.

Η αρχιτεκτονική του εσωτερικού χώρου ήταν έργο ενός γνωστού αρχιτέκτονα στην Αθήνα, του Φοίβου Κυδωνιάτη. Αυτός έφτιαχνε τα μαγαζιά “Καλογήρου” στην Αθήνα που ήταν και είναι ό,τι καλύτερο στο παπούτσι στην Ελλάδα. Φτιάχτηκε δηλαδή ένα μαγαζί το οποίο κάλλιστα στην ταμπέλα θα μπορούσε να γράφει “Καλογήρου” αντί για “Παπανικολάου”.

-Τα εκτίμησαν αυτά οι ντόπιοι καταναλωτές;

Μερικοί ναι αλλά η πλειοψηφία τα βρίσκει ελιτίστικα αυτά τα πράγματα. Όμως κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έχει στο μυαλό του. Εγώ αυτό είχα στο μυαλό μου, γιατί πίστευα ότι έτσι μπορώ να κάνω τη δουλειά μου καλά.

Θα μπορούσα να πουλάω αθλητικό παπούτσι. Πιστεύω ότι θα ήμουν και σε καλύτερη οικονομική κατάσταση πουλώντας αθλητικά όμως εγώ δεν πιστεύω σε αυτά τα παπούτσια. Τα αθλητικά θα έπρεπε να είναι για να τα φοράει ο μαθητής όταν κάνει το σπόρ του και μετά να τα βάζει στο ντουλαπάκι του σχολείου -που δυστυχώς όμως τα σχολεία δεν έχουν ντουλαπάκια για τα αθλητικά παπούτσια και ρούχα των μαθητών. Αυτό που βλέπω είναι ότι τα παιδιά φορούν φόρμες και αθλητικά παπούτσια μέρα και νύχτα. Δεν φταίω όμως εγώ μετά για την κατάσταση των ποδιών τους, γιατί έφταναν στην ηλικία των 40-50 ετών και έρχονταν στο μαγαζί να τους σώσω γιατί είχανε πρόβλημα.

-Τα χρόνια της κρίσης είναι πραγματικά δραματική η κατάσταση στα μαγαζιά;

Εγώ από την εποχή του πατέρα μου άκουγα συνεχώς ότι η κατάσταση είναι δύσκολη οικονομικά για τον κόσμο και για τα μαγαζιά. Υπήρχε μια μόνιμη κλάψα. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια η κατάσταση είναι πραγματικά πάρα πολύ δύσκολη, τουλάχιστον για μένα. Το ότι κατάφερα να φτάσω σε ηλικία συνταξιοδότησης είναι άθλος. Για να κρατηθεί το κατάστημα ζωντανό χρειάστηκε να πουλήσω και ακίνητο. Αυτή είναι η πραγματικότητα και όποιος θέλει να λέει άλλες ιστορίες ας τις λέει…

-Πως γίνεται όμως ένα κατάστημα με ιστορία, με ποιότητα, με τέτοιο εμπόρευμα, στην πιο εμπορική περιοχή της πόλης, να δυσκολεύεται τόσο;

Βάζεις το κλειδί στην πόρτα και αρχίζουν τα έξοδα. Το νοίκι, ο υπάλληλος, η ασφάλεια. Και παλιά υπήρχαν αυτά τα έξοδα αλλά καλύπτονταν από τα έσοδα, τώρα όμως έχει αυξηθεί και η εφορία, αλλά και ο ίδιος ο πελάτης σε περιμένει στη γωνία. Δεν ψωνίζει μέχρι να βάλεις έκπτωση 50%. Με τέτοιες εκπτώσεις όμως δεν μπορείς να καλύψεις τα έξοδα.

Στα πρώτα χρόνια της κρίσης, όταν μπήκαμε στο μνημόνιο, βλέπαμε το κακό αλλά δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα έφτανε σε αυτή την έκταση και θα είχε τόσο μεγάλη διάρκεια.

Αντιλαμβάνεσαι ότι τα πράγματα δυσκολεύουν όμως δεν μειώνεις αμέσως το μισθό του υπαλλήλου σου ούτε τον διώχνεις. Δεν μειώνεις επίσης τις παραγγελίες γιατί σκέφτεσαι ότι δεν μπορεί να πουλήσεις λιγότερα από πέρσι. Τελικά σου μένει στοκ, αναγκάζεσαι να το πουλήσεις πολύ φτηνά και αρχίζει ένας φαύλος κύκλος μπαίνοντας μέσα όλο και πιο πολύ.

Πέρα όμως από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα καταστήματα είναι και το θέμα με τον κόσμο ο οποίος έχει συνηθίσει σε μια μιζέρια που δεν θα μας βγει σε καλό.

-Δηλαδή έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση εσείς δεν θα προτείνατε στα παιδιά σας να ασχοληθούν με το εμπόριο;

Δεν νομίζω ότι μπορεί να κρατηθεί ένα μικρό μαγαζί, μόνο του, όπως ήταν το δικό μου. Δεν μπορεί το μαγαζί να ανταγωνιστεί μια αλυσίδα η οποία μεταφέρει εμπορεύματα, πουλάει και μέσω internet, κάνει έναν τζίρο 100 φορές πάνω από το δικό μου, έχει κεφάλαια, έχει προσωπικό.

-Άρα δεν θα τα συμβουλεύατε να ασχοληθούν με τη δουλειά που κάνατε και εσείς...

Όχι! Και εγώ κακώς ασχολήθηκα. Ενώ είχα σπουδάσει δεν άκουσα τον πατέρα μου και μπήκα στη δουλειά.

-Σας έλεγε ο πατέρας σας να μην ασχοληθείτε; Γιατί;

Ήταν πολύ έξυπνος άνθρωπος και είχε χάρισμα να βλέπει μπροστά από την εποχή του. Τα παιδιά όμως, μέχρι να φτάσουν σε κάποια ηλικία, δεν παραδέχονται ότι οι γονείς τους είχαν δίκιο. Ο πατέρας μου έβλεπε ποια θα είναι η εξέλιξη των πραγμάτων. Είχε ταξιδέψει κιόλας και είχε δει τι συμβαίνει. Και εγώ είχα ταξιδέψει αλλά ο πατέρας μου έβλεπε πιο μακριά, είχε και άλλες εμπειρίες. Το θυμάμαι ακόμη που μου έλεγε να πάω να δουλέψω σε τράπεζα με το πτυχίο που είχα. Τότε όμως τα χρήματα που έβγαζα στο μαγαζί ήταν πολλές φορές περισσότερα από τα χρήματα που θα έπαιρνα στην τράπεζα. Σταδιακά όμως έφτασε ο διευθυντής της τράπεζας να παίρνει σαφώς περισσότερα από όσα έβγαζα εγώ, ιδιαίτερα πριν από αυτή την κρίση.

Άρα δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουν τα παιδιά. Ας είναι λοιπόν ελεύθερα να ακολουθήσουν την πορεία που θα επιλέξουν, χωρίς να υπάρχει κάτι που θα τους κρατάει. Αν πάλι έχουν κλίση προς το εμπόριο, μπορούν να φτιάξουν κάτι που θέλουν, δεν χρειάζεται να το βρουν έτοιμο. Έτσι τα βλέπω εγώ τα πράγματα.

-Πως αντέδρασαν οι πελάτες σας, οι καταναλωτές, όταν έγινε γνωστό ότι έφτασε η στιγμή να κλείσει το μαγαζί;

Μέσα σε ένα μήνα το άδειασαν, δεν έμεινε τίποτα από το εμπόρευμα. Ήξεραν ότι είναι καλά τα παπούτσια και σε πάρα πολύ καλές τιμές.

-Τι σας είπαν όμως; Προσπάθησε κανείς να σας μεταπείσει, να σας πει να μη φύγετε ακόμη;

Όλοι έλεγαν να το κρατήσω και άλλο. Μου φαινόταν όμως αυτό σαν τα συλλυπητήρια στις κηδείες.

-Ανάλογο μαγαζί με το δικό σας δεν υπάρχει πια στην Καλαμάτα...

Δεν υπάρχει και έχει ενδιαφέρον ότι δεν προσπάθησε κανείς να το συνεχίσει. Πρόταση να το νοικιάσω σε κάποιον για να φτιάξει δικό του μαγαζί υποδημάτων δεν μου έγινε.

-Αυτό σας στεναχώρησε;

Δείχνει ότι πολύ καλά έκανα που φεύγω, παρ’ ότι δεν βιάστηκα, έχω σχεδόν 41 συντάξιμα χρόνια στη δουλειά. Είχε έρθει λοιπόν η ώρα για να φύγω. Και εκεί θα δημιουργηθεί κάτι καινούργιο, κάτι που προφανώς η αγορά θα το έχει περισσότερο ανάγκη.

-Έχω την εντύπωση ότι πολλοί από τους πελάτες σας ήταν επισκέπτες και όχι μόνο κάτοικοι της πόλης...

Όντως η μισή δουλειά θα έλεγα ότι ήταν με επισκέπτες. Ήταν σε κεντρικό σημείο το μαγαζί, άρεσε και είχε μαζεμένα εμπορεύματα και σε πολύ καλές τιμές που δεν υπάρχουν στην Αθήνα.

-Οι Καλαματιανοί την προσέχουν την εμφάνισή τους σε ό,τι αφορά τα υποδήματα;

Όχι ιδιαίτερα. Κοιτάνε να είναι αστραφτερά τα παπούτσια. Υπάρχει όμως και το οικονομικό θέμα. Εγώ πούλαγα παπούτσια από 100 ευρώ και πάνω, ενώ ο κόσμος που δεν έχει οικονομική ευχέρεια μπορεί να βρει σε άλλα μαγαζιά και με 70 και με 60 ευρώ, χειρότερης όμως ποιότητας. Δεν γινόταν να απευθυνθώ σε όλο τον κόσμο. Δεν μπορούσα να δώσω φθηνότερα τα “Clarks”, τα “Camper”, τα “Timberland”. Δεν γίνεται αυτές οι μάρκες να είναι σε φθηνότερες τιμές απ’ την υπόλοιπη Ευρώπη, όταν μάλιστα στην Ελλάδα είναι αυξημένος ο ΦΠΑ, αυξημένο γενικά το κόστος, ενώ διακινούνται λιγότερα ζευγάρια.

-Υπάρχουν εμπειρίες από πελάτες σας που να σας έχουν μείνει αξέχαστες, να τις θυμόσαστε και να γελάτε ή να συγχύζεστε;

Είναι πολλές αλλά δεν θέλω να πω, είναι προσωπικά θέματα.

-Οι Καλαματιανοί είναι δύσκολοι πελάτες;

Όχι, δεν θα το έλεγα. Με εμπιστευόντουσαν κιόλας και δεν είχα δυσκολίες. Πολύ σπάνια με αμφισβητούσαν.

-Σε ό,τι αφορά το Δήμο, τι μπορεί να κάνει για να βοηθήσει τα καταστήματα να δουλέψουν;

Για να είμαστε δίκαιοι πρέπει να πούμε ότι ο Δήμος έχει κάνει περισσότερα για τα μαγαζιά απ’ όσα έχουν κάνει οι έμποροι για τα μαγαζιά τους. Πρώτα πρώτα έκανε τον πεζόδρομο, έργο για το οποίο αντέδρασαν όλοι εκτός από μένα.

-Εσείς ήσασταν ο μοναδικός που υποστηρίξατε αυτό το έργο;

Μας είχε καλέσει ο δήμαρχος στο Δημαρχείο να συζητήσουμε για την πεζοδρόμηση και όλοι φωνάζανε, ζητούσαν να μην γίνει, να αναβληθεί. Ο μόνος που είπε ότι αυτό το έργο έπρεπε να είναι αίτημα δικό μας ήμουν εγώ. Αποδείχτηκε πια ότι αυτό το κομμάτι θα ερήμωνε εάν δεν γινόταν το έργο, ενώ τώρα σταδιακά η κίνηση γίνεται καλύτερη και από την κίνηση στην περιοχή της πλατείας. Ο πεζόδρομος είναι το κόσμημα της Καλαμάτας και αυτό το έργο ήταν μια πολύ καλή αρχή από το Δήμο.

Εκείνο που χρειάζεται να δούμε είναι το ζήτημα του ωραρίου, για το οποίο οι αρμοδιότητες μπλέκονται ανάμεσα στο Δήμο, την Περιφέρεια και σε διάφορες υπηρεσίες. Εφόσον αρχίζει η περιοχή να έχει τουρισμό τα Σαββατοκύριακα πρέπει να αλλάξει τελείως η κατάσταση με το ωράριο. Δεν μπορεί να τα κλείνουμε όλα στη 1:30 για να πάμε στο σπίτι να φάμε. Εγώ αυτό δεν το ακολούθησα, έμενα μέχρι τις 3 το μεσημέρι οπωσδήποτε. Αυτό που θα διεκδικούσα είναι να ανοίγουν τα μαγαζιά τις Κυριακές. Όσο και αν είναι κακό αυτό για την οικογένεια πρέπει να καταλάβουμε ότι τα μαγαζιά χρειάζεται να λειτουργούν όταν είναι διαθέσιμος ο κόσμος να ψωνίσει. Δεν πρέπει να χάνουμε τόσο εύκολα αυτόν τον πελάτη. Τις Κυριακές που ήμασταν ανοιχτά το έβλεπα ότι ερχόταν άλλος κόσμος, άλλη πελατεία στο μαγαζί.

Πρέπει να συνεργαστούν οι φορείς, να γίνουν σεμινάρια, να ενημερωθούν οι καταστηματάρχες ότι δεν τραβάει άλλο έτσι το πράγμα.

Πρέπει να είμαστε τολμηροί και να δούμε επιτέλους τι γίνεται γύρω μας. Αν θέλουμε τουρισμό στην Καλαμάτα τότε κάτι πρέπει να κάνουμε.

Παλιότερα βέβαια ήταν ακόμα χειρότερα, δεν τους θέλαν καν τους τουρίστες, το θυμάμαι πολύ καλά. Τώρα επειδή έχουν πιεστεί τα πράγματα αναγκάζονται οι ντόπιοι να ρίξουν τα αυτιά τους και να πουν ότι θα κάνουμε κάτι και για τους τουρίστες.

-Τώρα η ζωή πώς συνεχίζεται;

Δουλειά τέλος, φυσικά. Έχω κάποιο ακίνητο που θέλω να αξιοποιήσω με τη μορφή του “airbnb”, έχω παιδιά να ασχοληθώ μαζί τους, θα ασχοληθώ με κάποιο σπορ παραπάνω. Είναι όμως νωρίς ακόμα, δεν έχει περάσει πολύς καιρός ώστε να βάλω σε εφαρμογή τα νέα μου σχέδια.