Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020 08:43

Λευτέρης Χαρίτος: “Οι Άγριες Μέλισσες έσκασαν σ’ ένα άνυδρο τηλεοπτικό τοπίο”

ΠΑΕΙ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΖΟΝ Η ΣΕΙΡΑ 
Ο ταλαντούχος κινηματογραφιστής που βρέθηκε προ ημερών στην Καλαμάτα, ως προσκεκλημένος του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, μιλάει για την βραβευμένη ταινία του “Dolphin Man”, που προβλήθηκε την πρώτη ημέρα του Φεστιβάλ, αλλά και για την τεράστια επιτυχία που γνωρίζουν οι τηλεοπτικές “Αγριες Μέλισσες”, η δραματική σειρά εποχής που ο ίδιος σκηνοθετεί αυτόν τον καιρό...  

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΒΕΝΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ήταν 'προμελετημένο το έγκλημα'...Η ιδέα ήταν να τον πετύχω χαλαρό, μακρυά από την απαιτητική καθημερινότητα της Αθήνας, το στούντιο και το μοντάζ και να κουβεντιάσουμε, όπως δυο γνωστοί που βγήκαν για καφέ, όσο αυτό βέβαια ήταν δυνατό. Και ήταν. Το ραντεβού δόθηκε Σάββατο πρωί, στο πιο ωραίο loft που διαθέτει αυτή η πόλη, με θέα το Καλάθι απ' τη μια και το Λιμάνι απ' την άλλη. Η μετάβαση στον ενικό έγινε σχεδόν από την αρχή. Ο ίδιος, άλλωστε, αποδείχθηκε αρκετά προσιτός και πιο πρόθυμος να μιλήσει απ' ό,τι υπολόγιζα. Και είπαμε πολλά. Μου μίλησε για τις “προχωρημένες” ταινίες που τον έβαζε να δει ο πατέρας του από πολύ μικρός. Για τα καλλιτεχνικά ερεθίσματα που ο ίδιος μοιραία έχει μεταφέρει στο 12χρονο γιο του, ο οποίος ετοιμάζεται να φοιτήσει σε ένα από τα καλλιτεχνικά γυμνάσια της Αθήνας. Για την συγκινητική εμπειρία που έζησε στην πρεμιέρα του Dolphin Man στη Θεσσαλονίκη. Για το εξοντωτικό 24ωρό του, για τη νέα σειρά ντοκιμαντέρ που ετοιμάζει και την εταιρεία podcast που ίδρυσε. Και φυσικά μιλήσαμε πολύ για “Αγριες Μέλισσες”... 

‘ΗΜΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ ΣΈΝΑ ΣΙΝΕΜΑ’

Γεννημένος το 1969 στην Αθήνα, ο Λευτέρης Χαρίτος σπούδασε σκηνοθεσία και τηλεόραση στο Λονδίνο, στο "Royal College of Art".

Έχει σκηνοθετήσει μια σειρά ταινιών μυθοπλασίας μικρού μήκους, τηλεοπτικές σειρές και σειρές ντοκιμαντέρ, ενώ συνεργάστηκε για 4 χρόνια στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα "Πάμε Σινεμά” του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, διδάσκοντας Κινηματογράφο στα σχολεία της Ελλάδας και του εξωτερικού.

 

-Πώς ξεκίνησαν όλα; Πότε αποφάσισες να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία και τα ντοκιμαντέρ; 

Αγαπούσα το σινεμά από πάντα. Φαντάζομαι έπαιξε ρόλο  το γεγονός ότι ο πατέρας μου, εκτός από επαγγελματίας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ήταν και κριτικός κινηματογράφου. Έγραφε, δηλαδή, σε διάφορα έντυπα της εποχής του, έγραφε για πάρα πολλά χρόνια στο ‘Αντί’ και στη ‘Νεα Εστία’. Δεν ήταν ποτέ επαγγελματίας δημοσιογράφος, έγραφε όμως. Ακόμη και τώρα, που είναι 90 χρονών, γράφει.

 

-Το όνομά του;

Δημήτρης Χαρίτος. Αυτό τώρα είναι σχετικό και άσχετο. Δεν είχα στόχο να ασχοληθώ με το σινεμά. Ήθελα να γίνω Φυσικομαθηματικός. Αλλά μάλλον δεν το ήθελα τόσο πολύ. Έτσι λοιπόν, μετά το σχολείο, τη δεύτερη χρονιά για τις πανελλήνιες -γιατί την πρώτη δεν πέρασα- πήγα και γράφτηκα παράλληλα σε μία Σχολή Κινηματογράφου και κόλλησα. Και δεν έδωσα ποτέ εξετάσεις κι έτσι ακολούθησα αυτόν τον δρόμο.

 

-Άρα το σινεμά υπήρχε μέσα στο σπίτι.

Ναι, από πάντα. Όλες τις ταινίες των μεγάλων σκηνοθετών εγώ τις έβλεπα σε πολύ νεαρή ηλικία, λόγω περιέργειας κυρίως. Είναι αυτό που υπάρχει στο σπίτι, οπότε μοιραία, όταν μεγαλώνεις πια, και συνειδητοποιείς τί σου συμβαίνει, είναι ήδη εκεί αυτό για σένα. 

 

-Αυτό σημαίνει ότι ο μπαμπάς είχε ταινίες μέσα στο σπίτι ή πηγαίνατε μαζί και τις βλέπατε στον Κινηματογράφο;

Πριν σου πω αυτό, να σου πω πρώτα ένα περίεργο. Τον πατέρα μου τον έχει βαφτίσει ο πατέρας του Φίνου, γιατί η γιαγιά μου δούλευε καθαρίστρια στα στούντιο του Φίνου και στον Κινηματογράφο ‘Αττικόν’ που τώρα έχει καεί. Οπότε, κάπως υπάρχει μία περίεργη σύνδεση από παλιά…

Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχε τότε βίντεο, το πρώτο το αγοράσαμε όταν ήμουν 16 χρονών, οπότε, ναι, πηγαίναμε μαζί σινεμά και μάλιστα -έχει ενδιαφέρον αυτό- ο πατέρας μου πάντα δοκίμαζε να με πηγαίνει σε ταινίες που ήταν πιο προχωρημένες. Θυμάμαι, ας πούμε, ότι έχω δει τον ‘Δολοφόνο με το πριόνι’! Με πήγαινε από την ηλικία των τεσσάρων-πέντε ετών κι έβλεπα πολεμικές ταινίες, αυτές τις παλιές χολιγουντιανές τις φανταστικές, που έτριζαν οι αίθουσες -μου φαινόταν τρομερό αυτό- γιατί στη δεκαετία του ‘70 δεν υπήρχε τίποτε άλλο, δεν είχαμε τηλεόραση, μόνο το σινεμά υπήρχε. Οπότε, καταλαβαίνεις, ήμουν πάντα μέσα σ’ ένα σινεμά.

 

“Ο ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΕΙ ΚΑΙ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ,ΟΧΙ Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ”


“Ταξίδι της Τροφής”

Μπορεί σήμερα  να βρίσκεται πίσω από την νούμερο ένα τηλεοπτική σειρά στην ελληνική τηλεόραση, όμως, δείγματα της σκηνοθετικής του ματιάς είχαμε δει πολύ νωρίτερα. Είναι ο ίδιος που έχει σκηνοθετήσει τις πολύ αξιόλογες σειρές ντοκιμαντέρ “1821” (2011) και “Ταξίδι της Τροφής” (2019), που προβλήθηκαν από την τηλεόραση του ΣΚΑΪ. Το “Schooltube”  (2012) για την ΕΡΤ, μια τηλεοπτική απόπειρα να καταγραφεί η ζωή των εφήβων σε όλη την Ελλάδα από τους ίδιους, είναι επίσης δική του δουλειά, ενώ το 2007 μοιράστηκε με τον Φίλιππο Τσίτο τη σκηνοθεσία στην τηλεοπτική μεταφορά του αστυνομικού μυθιστορήματος του Πέτρου Μάρκαρη, ”Αμυνα Ζώνης”, μια σειρά που είδαμε επίσης στην ΕΡΤ, με τον Μηνά Χατζησάββα στον ρόλο του Αστυνόμου Χαρίτου.    

 

-Βρίσκεσαι πάντα πίσω από καλοδουλεμένες και προσεγμένες παραγωγές που γνωρίζουν επιτυχία. Επίσης παρατήρησα ότι έχεις σταθερούς συνεργάτες.

Στα ντοκιμαντέρ, ναι.

 

-Μήπως το μυστικό της επιτυχίας είναι το να επιλέγεις να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που έχεις ξαναδουλέψει και ξέρεις ότι έχεις χημεία μαζί τους;

Αυτό ισχύει και δεν ισχύει. Έχει γίνει συνειδητά μέχρι ενός σημείου, έχουν γίνει ντοκιμαντέρ, δηλαδή, που έχω δουλέψει χοντρικά με τους ίδιους ανθρώπους, αλλά ειδικά αυτή η τριπλέτα, 1821/Ταξίδι της Τροφής/ Dolphin man, είχαν τον ίδιο παραγωγό κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Πιστεύω τρομερά στην έννοια του παραγωγού. Θεωρώ ότι τα πάντα επηρεάζονται από τον παραγωγό. Πολλοί θεωρούν ότι ο σκηνοθέτης είναι αυτός που το κάνει αυτό, αλλά εγώ δεν το πιστεύω καθόλου. Ο σκηνοθέτης επηρεάζει πάρα πολύ την ψυχολογία στο set,  αλλά πιστεύω ότι μια δουλειά πραγματικά την επηρεάζει και την κατευθύνει ο παραγωγός.

 

“ΤΟ DOLPHIN MAN ΜΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ”  

-Μιας και μιλάμε για τον παραγωγό, διάβασα ότι την ιδέα για το Dolphin Man την είχε η ομάδα των παραγωγών κι ότι σου έγινε ανάθεση για τη σκηνοθεσία.

Γενικά εγώ δουλεύω με αναθέσεις. Δικά μου έχω κάνει μόνο μικρού μήκους, μέχρι σήμερα. Μου ανατέθηκε, λοιπόν,  η ταινία και μετά μοιράσαμε το σενάριο με τον παραγωγό, Γιούρι Αβέρωφ.

 

Ο Λευτέρης έχει σκηνοθετήσει μια σειρά ταινιών μυθοπλασίας μικρού μήκους («Το Φθινόπωρο που οι Νύχτες Μεγαλώνουν», «Φράουλες», «Μια Βδομάδα Αργότερα», «Να με Προσέχεις», «Φλεγόμενη Στέλλα», «The End», «Η Νύφη»). Η ταινία "Dolphin Man"  (2017), που παίχτηκε και στην έναρξη του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, είναι η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους. Πρόκειται για ένα κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ διεθνούς συμπαραγωγής (Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Καναδάς, Ιαπωνία) για τη ζωή του μυθικού Γάλλου πρωταθλητή άπνοιας, Ζακ Μαγιόλ, ο οποίος ενέπνευσε την ταινία του Λυκ Μπεσόν «Απέραντο Γαλάζιο». 

 

-Το 2018, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου βράβευσε την ταινία Dolphin Man, ως το καλύτερο ντοκιμαντέρ, αλλά και εσένα προσωπικά ως τον καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη. Η ταινία  συνέχισε την πορεία της εντός και εκτός...

Την ίδια χρονιά, βραβεύθηκε σ'ένα φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου στο Λος Άντζελες. Βασικά, η ταινία παίχτηκε πολύ στη διανομή. Και το λέω με υπερηφάνεια, γιατί τα ντοκιμαντέρ δεν βρίσκουν εύκολα διανομή. Στη Γαλλία, ας πούμε, βγήκε σε 70 αίθουσες. Στην  Ελλάδα παίχτηκε τον Φεβρουάριο του 2018, στον Κινηματογράφο Δαναό, αποκλειστικά για έναν μήνα, και πήγε πολύ καλά. Βγήκε σε πολλές χώρες στην διανομή, στην Πολωνία, στον Καναδά, πριν από έναν μήνα βγήκε και στην Ιαπωνία, σε 20 αίθουσες.

-Εσύ πότε κατάλαβες ότι η ταινία ‘θα σκίσει’;

Μετά την πρεμιέρα που έκανε στη Θεσσαλονίκη. Γιατί είμαι χαζός. Θα έπρεπε κανονικά να ξέρω ότι η ταινία θα πάει καλά. Γενικά, η πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη (σ.σ τον Νοέμβριο του 2017) είναι ένα από τα τρία γεγονότα της ταινίας και της ζωής μου που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Κατ ’αρχήν η ταινία, αν και ντοκιμαντέρ, έκανε ελληνική πρεμιέρα στο Φεστιβάλ μυθοπλασίας. Ήταν γεμάτη η αίθουσα στο Ολύμπιον.
Πέντε λεπτά πριν τελειώσει η ταινία, κοίταζα τον κόσμο που κοίταζε την οθόνη και ήμουν σίγουρος ότι με το που θα τελειώσει, θα ακολουθήσει ένα χλιαρό χειροκρότημα, θα πω πέντε μαλακίες και θα φύγω. Το πίστευα πραγματικά. Και τελειώνει η ταινία κι από κάτω γίνεται χαλασμός! Σηκώθηκαν οι άνθρωποι όρθιοι! Χειροκροτούσαν -δεν ξέρω για πόσο- είχα χάσει τον χρόνο! Αν δεν σηκωνόμουν επάνω, δεν θα σταματούσε ο κόσμος να χειροκροτάει. Με το που συμβαίνει αυτό, αρχίζω και κλαίω εγώ. Και μετά άρχισε να κλαίει ο γιος μου, κλαίγαν τ’ανήψια μου, κλαίγαν όλοι…

Μετά παίχτηκε και στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ και νομίζω, είναι η μόνη ταινία που έχει παιχτεί ποτέ και στα δύο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.

Μετά ταξίδεψε η ταινία, πήγαμε παντού, στη Δανία, στο Μαϊάμι, στον Καναδά, σε πολλές χώρες.

 

- Το βραβείο της Ακαδημίας προς το πρόσωπό σου, σου άνοιξε τον δρόμο ή την όρεξη για την επόμενη ταινία;

Τίποτα. Όπως βλέπεις, τις ‘Άγριες Μέλισσες’ κάνω, δεν έκανα την επόμενη ταινία.

Γενικά είμαι πολλά χρόνια στον χώρο. Συνήθως ένα βραβείο ανοίγει τον δρόμο όταν είσαι νέος. Το είπα και στην απονομή, ‘παιδιά ντροπή, βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στα πενήντα;!’ Σε κάθε περίπτωση, ωραίο είναι. Δεν ξέρω αν μου άνοιξε κάτι. Εγώ είμαι και λίγο αργός, δυστυχώς, δεν βιάζομαι. Ξέρεις, θα πεθάνω κάποια στιγμή και θα ‘χω κάνει δύο ταινίες!

 

-Αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις κάτι άλλο στα σκαριά;

Να ξέρεις, ένας σκηνοθέτης πάντα έχει διάφορα πράγματα στο μυαλό του. Απλά, στην Ελλάδα, οι επαγγελματίες σκηνοθέτες που δεν έχουμε πλούσιους γονείς ή πλούσιες συζύγους, πρέπει να δουλεύουμε. Μία ταινία δυστυχώς σου παίρνει πολύ χρόνο και σου αποφέρει λίγα χρήματα, αναλογικά. Οπότε, όλοι οι Έλληνες σκηνοθέτες έχουν παράλληλη δουλειά, στην τηλεόραση ή στη διαφήμιση.

 

“ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΩ ΜΕ ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ”

 

-Εσένα τί σου αρέσει να κάνεις πιο πολύ;

Πρώτα πρώτα, μου αρέσει να δουλεύω με ηθοποιούς και δευτερευόντως τα ντοκιμαντέρ, τα οποία θεωρώ ότι είναι υψηλή μορφή Τέχνης.

Τα τελευταία 10-15 χρόνια τα ντοκιμαντέρ έχουν πάρει τα πάνω τους, παγκοσμίως, και το λέω αυτό με υπερηφάνεια. Όταν έκανα το Dolphin Man, άνοιξε για μένα ο θαυμαστός κόσμος του ντοκιμαντέρ και γυρίζοντας τον κόσμο με αφορμή αυτό, είδα συγκλονιστικές ταινίες. Τα ντοκιμαντέρ έχουν μια δύναμη μοναδική. Δεν θα βρεις ταινίες μυθοπλασίας της ίδιας δυναμικής.

Φέτος, μάλιστα, είναι η πρώτη φορά που ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους στα Όσκαρ είναι επίσης υποψήφιο και στην κατηγορία ξενόγλωσσης ταινίας. Είναι μια ταινία που λέγεται ‘Honeyland’, από τη Βόρεια Μακεδονία, τη Μακεδονία την άλλη, την ξένη, αυτή που εμείς οι Έλληνες δεν θέλουμε να λέμε Μακεδονία. Είναι συγκλονιστική ταινία. Μιλάει για μία γριά γυναίκα η οποία είναι μελισσουργός.

 

-Οι μέλισσες πολύ παίζουν τελευταία. Νομίζω είναι ώρα, να μας μιλήσεις γι’αυτές. Γιατί πιστεύεις ότι βρήκε τόσο μεγάλη απήχηση η σειρά; Για ποιούς λόγους μπορεί ο σημερινός τηλεθεατής να ταυτίζεται με τους χαρακτήρες που ζουν στην ελληνική επαρχία του 1958;

Κατ’ αρχήν να πούμε ότι ακόμη οι ταινίες του Φίνου κάνουν υψηλή τηλεθέαση. Αυτό είναι ένα ζήτημα, δεν θα πω αν είναι καλό ή κακό. Δεν έχουμε ακόμη καλή σχέση με την πρόοδο, σαν λαός. Οι ‘Μέλισσες’ θεωρώ ότι είναι η πρόοδος, με την έννοια ότι είναι ένας από τους πολύ καλούς λόγους για να πας πίσω να ξαναδείς τα πράγματα με όρους σημερινούς.

Ξέρεις τί έγινε μετά και όλα τα ελαττώματα της σύγχρονης Ελλάδας από τότε, τα οποία έχουν παραμείνει τα ίδια, γιατί οι λαοί δεν αλλάζουν εύκολα. Για κάποιον λόγο, εκείνη την εποχή οι Έλληνες την έχουν περί πολλού, δεν ξέρω γιατί, κάτι τους λείπει. Στην τελική ό,τι και να ψάξουμε να βρούμε από πίσω, υπάρχουν πολλά σε αυτήν την κατ’ εξοχήν, θεωρώ, γυναικεία σειρά: Μπορούμε να δούμε τη γυναίκα στο σήμερα, μπορούμε να δούμε γυναικείους χαρακτήρες με αληθινά προβλήματα -οι γυναίκες στη σειρά δεν είναι μόνο δολοπλόκες ή πουτάνες και σέξι- επίσης θίγεται το θέμα της μητρότητας, στη φάση αυτή έχουμε μια γυναίκα με επιλόχιο κατάθλιψη. Αν κάναμε τη σειρά αυτή το ’58, δεν θα το έθιγε κανείς το θέμα, θα το έκρυβε κάτω από το χαλί. Δεν είναι ταμπού πια, οπότε τώρα μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτό.

Κανονικά, η σειρά, αν ήθελε να είναι πραγματικά hardcore, θα μπορούσε να έχει ακόμη και ενδο-οικογενειακό σεξ και πολλά τέτοια που συνέβαιναν και κανείς δεν μιλούσε τότε γι’ αυτά.

“ΟΙ ΑΓΡΙΕΣ ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΘΕΩΡΩ ΌΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ”

 

Θέλω να πω ότι στις ‘Μέλισσες’ βλέπεις περιπτώσεις γυναικών και παρατηρείς πώς ήταν τα πράγματα από την δική τους πλευρά. Είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε σήμερα σε μία σειρά να δούμε τη θέση της γυναίκας του τότε. 

 

-Αυτό θεωρείς ότι είναι που έχει τραβήξει τον κόσμο στη σειρά;

Όχι. Κατ’ αρχήν, μιλάμε για ένα άνυδρο τηλεοπτικό τοπίο, όπου έσκασε μία σειρά καλογραμμένη, καλοφτιαγμένη μετά από πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Οπότε, γιατί να μην τη δει ο κόσμος;

Από κει και πέρα, νομίζω ότι τον καθένα τον τραβάει κάτι διαφορετικό στη σειρά. Θεωρώ ότι είναι μια πολύ καλογραμμένη ιστορία με εξαιρετικά καλοφτιαγμένο casting.

 

-Ποιές είναι οι ηλικίες που σας παρακολουθούν περισσότερο;

Γενικά είμαστε τρομερά μοιρασμένοι σε πάρα πολλά ηλικιακά γκρουπ. Το κοινό που κάνει την υψηλότερη τηλεθέαση είναι οι γυναίκες 45 +. Εκεί χτυπάμε 45άρια κάθε μέρα. Μετά, οι άντρες 45+, που είναι τελείως περίεργο -συνήθως οι άντρες αυτής της ηλικίας βλέπουν μόνο μπάλα- και μετά έρχονται τα πιτσιρίκια, που επέστρεψαν στην τηλεόραση, είτε επειδή το βλέπουν οι γονείς τους, είτε επειδή κάποιος τους το έχει πει…

 

-Όταν βλέπω τη σειρά, ψάχνω να βρω πού μπορεί να έχετε κάνει φάουλ: στα σκηνικά, στα ρούχα, στα αντικείμενα, παρατηρώ λεπτομέρειες. Δεν βρίσκω τίποτα! Όλα έχουν αποδοθεί πιστά. 

Μα διαλέξαμε συνειδητά πρωτοκλασάτους συνεργάτες. Και ο Αντώνης ο Χαλκιάς που κάνει τα σκηνικά και ο Βαγγέλης ο Κατριτζιδάκης, ο βασικός μου φωτογράφος, που έχει κάνει τη φωτογραφία και στο ‘Νησί’, και η Γιούλα η Ζωιοπούλου -που δυστυχώς τη χάσαμε, τώρα έχει αναλάβει η βοηθός της- έχει κάνει τα κοστούμια, είναι όλοι τους πολύ καλοί.

 

-Στη σκηνοθεσία είστε τρεις. Εσύ επικεφαλής, ο Σπύρος Μιχαλόπουλος και ο Σταμάτης Πατρώνης. Στην πράξη αυτό πώς λειτουργεί; Μοιράζεστε τα επεισόδια;

Όχι. Ο επικεφαλής σκηνοθέτης είναι υπεύθυνος να στήσει τη σειρά, όπως είναι ο επικεφαλής creator στην Αμερική, που είναι υπεύθυνος για τα πάντα και συνήθως κάνει τον πιλότο, δηλ. σκηνοθετεί το πρώτο και το τελευταίο επεισόδιο. Αλλά αυτό συμβαίνει σε σειρές που έχουν μόνο 12 επεισόδια. Εδώ, που έχουμε 150 επεισόδια είναι αλλιώς. Εγώ, ας πούμε, έκανα πολλά γυρίσματα στην αρχή, έκανα το casting, όλη την επιμέλεια των σκηνικών, των κοστουμιών κλπ και μετά, στο day to day που λέμε, αναλαμβάνουν δύο άλλοι σκηνοθέτες να τρέχουνε τη σειρά. Εγώ είμαι κυρίως στο μοντάζ και κάνω επιλεκτικά γυρίσματα. 

 

-Στο μέλλον θα δούμε εξωτερικά γυρίσματα σε άλλα μέρη της Ελλάδας;

Όχι. Τη Λάρισα κλέβουμε καμιά φορά με δρόμους που έχουν πιο πολύ άσφαλτο.

 

-Μίλησες πριν για 150 επεισόδια. Εκεί σταματάει το story;

Όχι, βέβαια. Η σειρά τώρα γράφεται. Εκατόν πενήντα επεισόδια είναι η σεζόν. Τώρα, η Μελίνα η Τσαμπάνη έχει φτάσει στο 100ο επεισόδιο.

 

-Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι θα πάτε και για δεύτερη σεζόν.

Ναι, μάλλον. Επισήμως δεν έχει ανακοινωθεί, αλλά, όταν μια σειρά έχει τόση μεγάλη επιτυχία, κατά κάποιον τρόπο οφείλεις να κάνεις τουλάχιστον άλλη μία σεζόν.

 

-Εδώ κάνουν άλλοι και την ‘τραβάνε από τα μαλλιά’. Αυτό μην κάνετε μόνο…

Δεν είναι πρόθεσή μας. Αν ήταν, θα είχε ήδη φανεί κάτι τέτοιο, στα 60 επεισόδια που έχουν παιχτεί. Αν η σειρά είχε αρχίσει να παρεκκλίνει και να πηγαίνει προς κάτι φτηνιάρικο, θα φαινόταν ήδη. Εγώ δεν ανησυχώ καθόλου για κάτι τέτοιο, ούτε στο story το φοβάμαι από τη Μελίνα.

 

“ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ.ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΜΕΡΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ”

 

-Είναι αλήθεια ότι η σεναριογράφος είχε στο μυαλό της αρχικά να κάνει ένα γυναικείο γουέστερν;

Ναι, ήταν μια αρχική ιδέα της Μελίνας αυτή, το έχει πει κι η ίδια. Το είχε γράψει ως γουέστερν με τον άνδρα της, τον Πέτρο τον Καλκόβαλη, αλλά το είχε βάλει στο συρτάρι. Ήθελε δηλ. γουέστερν, με την έννοια του είδους της ταινίας φυσικά, με τρεις δυναμικές γυναίκες, οι οποίες μπορεί να έχουν μια καραμπίνα και να προστατεύουν τη γη τους.

Νομίζω ότι η Μελίνα ψαχνόταν, επειδή είναι και δικιά της πρωτότυπη δουλειά το σενάριο, ήθελε να μιλήσει για τον δυναμισμό που μπορεί να έχει μια γυναίκα.

Για μένα, αν με ρωτήσεις, το θέμα της γης είναι το πιο σημαντικό στη σειρά, όχι το κομμάτι το γυναικείο. Το θέμα της γης είναι και τρομερά επίκαιρο, σε μια φάση που η Ελλάδα πουλιέται με ρυθμούς τάχιστους, η μισή Αθήνα ανήκει πια στους Κινέζους, στους Τούρκους και στους Ρώσους. Τα νησιά, επίσης. Οπότε, θεωρώ ότι μια γυναίκα, που θέλει ένα κομματάκι γης να το κρατήσει δικό της, μπορεί εύκολα να γίνει σύμβολο.

 

-Εσένα, τί σε τράβηξε στο σενάριο αυτό και δέχτηκες να το κάνεις;

Οι χαρακτήρες κι η ιστορία.

 

-Αγαπημένος σου χαρακτήρας; Ξεχωρίζεις κάποιον;

Κοίτα, επειδή τους έχω όλους σαν παιδιά μου, δεν έχω κάποιον, να σου πω ‘αυτόν τον αγαπώ πιο πολύ’. Είναι ένα casting, το οποίο έδεσε πολύ, είναι και μεταξύ τους δηλ. πολύ αγαπημένοι, πραγματικά, ήταν μια διαδικασία που κράτησε τέσσερις μήνες και τους βρήκαμε όλους, έναν έναν, με πολλή αγάπη.

Ξέρεις, πάντα διατηρώ μια απόσταση από τους χαρακτήρες για να μπορώ να τους βλέπω, να τους κοιτάω. Κι αυτό δεν το κάνω επίτηδες, μου συμβαίνει από μόνο του, έχω μια περίεργη ψυχράδα, για να μπορέσει να βγει σωστό το αποτέλεσμα, απέναντι σε όλους αυτούς, εγώ έχω την ίδια αγάπη. Αν αγαπήσω πιο πολύ την Ασημίνα από την Ουρανία, αυτό θα φανεί. 

 

-Επαγγελματισμός είναι αυτό, θεωρώ.

Αυτό μου βγαίνει, όμως, δεν κοπιάζω για να το κάνω. Όταν κάνεις casting, είναι λίγο σαν τα παιδιά. Κάθε παιδί έχει κάτι δικό του, κάτι αγαπάς σ’αυτό. Έτσι νιώθω για τα παιδιά των ‘Μελισσών’, από τον μικρότερο μέχρι τον μεγαλύτερο ρόλο, έχω πολύ τρυφερά αισθήματα.

 

-Στα επόμενα επεισόδια, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε guests ή θα δούμε πρόσωπα που θα έρθουν για να μείνουν;

Προς το παρόν, μπαίνουν διάφορα πρόσωπα, όπως ήταν η Μαρίκα, η γυναίκα του κλαρινιτζή. Τέτοιοι ρόλοι θα υπάρχουν γενικά, ξέρεις, που έρχονται και φεύγουν. Στο 100ο επεισόδιο έχουμε φτάσει. Δεν ξέρω αν ξαφνικά στο 110ο θα έρθει κάποιος που θα μείνει. Δεν το ξέρει κανείς.

 

“ΟΣΟΙ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΙΣ ΜΕΛΙΣΣΕΣ, ΣΤΑ ΜΙΣΑ ΠΕΦΤΟΥΝ ΈΞΩ”

 

-Αυτή τη στιγμή το σενάριο των Άγριων Μελισσών θεωρείται επτασφράγιστο μυστικό, ωστόσο, διαβάζουμε συνέχεια αποκαλύψεις από τα media…

Δεν έχω ιδέα πού τα βρίσκουνε! Κοίτα, όταν το επεισόδιο ‘γράφεται’, είναι ανεξέλεγκτο, γιατί είναι μπροστά καμιά εκατοστή άνθρωποι. Σε επίπεδο όμως ιστορίας, που είναι κάτι που το ξέρω μόνο εγώ, η Μελίνα κι άλλοι τρεις, είναι δύσκολο να διαρρεύσει! Νομίζω πιθανολογεί ο κόσμος, γιατί στα μισά πέφτουνε έξω. Έχουν γράψει και αρλούμπες, ας πούμε, όταν ξεκίνησε η σειρά, γράφανε ότι η Λενιώ θα μείνει έγκυος.

 

-Πού αποδίδεις αυτή τη μανία; 

Κοίτα, όταν ξεκίνησε το casting των Μελισσών, η βασική μου αρχή ήταν όντως να μην ξέρει ο κόσμος τους ηθοποιούς, όχι επί τούτου, αλλά επειδή το πιστεύω. Θεωρώ ότι ήταν κάτι που το έκανε το Game of Thrones κι έπιασε, γιατί ο κόσμος ταυτίστηκε με τους χαρακτήρες. Έτσι και σε μας. Άμα μπεις στο twitter, θα δεις ότι δεν μιλάει κανείς για την Μαρία Κίτσου ή την Έλλη Τρίγγου. Μιλάνε όλοι για τη Λενιώ και την Ασημίνα. Επίσης υπάρχουν accounts στο twitter που έχουν πάρει το όνομα των ρόλων. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο κόσμος παθιάζεται με τα πάθη των ηρώων.

 

“ΗΘΕΛΑ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΤΑΥΤΙΣΤΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ, ΟΧΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥΣ”

-Εσένα τώρα η καθημερινότητά σου;

Τραγική.

 

-Πόσες ώρες στο μοντάζ;

Ανάλογα το επεισόδιο. Όσο προχωράει ο καιρός, είμαι όλο και λιγότερο, με την έννοια ότι έχουμε βρει πια μια φόρμουλα και προχωράει. Μπαίνουν συνέχεια νέοι χώροι, νέοι ρόλοι κλπ, στην πραγματικότητα επειδή είμαι επικεφαλής έχω λίγο και την ευθύνη σαν HR, φροντίζω δηλ. όλους τους ανθρώπους. Μετά τον παραγωγό είμαι εγώ. Οι ηθοποιοί, ας πούμε, πάντα θα αναφερθούν σε εμένα στα δύσκολα, αν έχουν μια δύσκολη σκηνή, θα με πάρουν να με ρωτήσουν τί να κάνουν. Η καθημερινότητά μου, λοιπόν, είναι αυτή, μπορεί ανά πάσα στιγμή να με πάρει οποιοσδήποτε τηλέφωνο για οποιοδήποτε θέμα.

Το πρωί πάω στο στούντιο, κάνω μοντάζ, βλέπω επεισόδια, τα κλειδώνω, μουσικές, κάνω casting, βλέπω καινούριους χώρους και υπάρχουνε μέρες που μπορεί να κάνω γύρισμα.

 

-Τί ώρα δηλαδή ξεκινάς την ημέρα σου και τί ώρα γυρίζεις σπίτι σου;

Γενικά, η  μέρα μου δεν υπάρχει! Ξεκινάει το πρωί στις 6:30 που ξυπνάω τον γιο μου και τον πηγαίνω σχολείο και τελειώνω όλα αυτά γύρω στις 11:30 το βράδυ.

Οι καλές μου μέρες μπορεί να μου επιτρέψουν να γυρίσω σπίτι κατά τις οχτώ, να κάτσω λίγο με τον μικρό να του μαγειρέψω να φάει, τις υπόλοιπες μέρες τίποτα. Μπορεί να τελειώσω οποτεδήποτε.

Δεν κάνω όμως μόνο τις ‘Μέλισσες’, κάνω κι άλλα πράγματα.

 
”Αμυνα Ζώνης”

 -Όπως;

Ετοιμάζω μια καινούρια σειρά ντοκιμαντέρ για την Cosmote.Θα ξεκινήσουμε γυρίσματα τον άλλον μήνα, θα πάρω μια μικρή άδεια από τις Μέλισσες για να κάνω κάποια ταξίδια στο εξωτερικό για τη σειρά, η οποία θα βγει του χρόνου.

 

-Το θέμα της μπορείς να μας το πεις;

Η σειρά ονομάζεται «Σωσμένα». Το θέμα της είναι πώς έχουν σωθεί τα ελληνικά κυρίως κείμενα μέσα στους αιώνες. Πώς ξεκίνησε δηλ. η προφορική παράδοση από τον Όμηρο  κι έχουμε φτάσει σήμερα στο να ανοίγεις ένα βιβλίο και να μπορείς να το διαβάσεις. Από τί προβλήματα κι από τί περιπέτειες πέρασε η έννοια του κειμένου, πώς ξεκίνησε σαν προφορικός λόγος, μετά έγινε κείμενο, μετά σε ποιά βιβλιοθήκη, μετά πόσοι αντιγραφείς… όλη αυτή η περιπέτεια της έννοιας του κειμένου. Αυτό κάνω.

Επίσης, δεν ξέρω, αν γνωρίζεις τί είναι podcast;

 

-Νομίζω πως ναι.

Τώρα θα μάθεις σίγουρα. Είμαι μέρος μιας εταιρείας, αρκετά μεγάλης γενικά, η οποία θα ξεκινήσει πολύ σύντομα να κάνει podcast.

Το podcast είναι ένα ηχητικό αρχείο.Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμη ερασιτεχνικά. Μια τρελή φίλη μου κι εγώ αποφασίσαμε να το κάνουμε γενναία και να ιδρύσουμε μια εταιρεία που θα κάνει podcast, με θεματολογία πολύ διαφορετική: από πολιτιστικά και μαγειρικής μέχρι ταξιδιωτικά και συγγραφικά, το podcast των Άγριων Μελισσών, διάφορα. Στο εξωτερικό, όλες οι μεγάλες σειρές έχουν δικά τους podcast. Είναι άλλο ένα πράγμα, στο οποίο η Ελλάδα είναι πάρα πολύ πίσω.


“1821”

-Καλή επιτυχία, λοιπόν, και στα δύο αυτά.

Έχω κι άλλα σχέδια για το μέλλον, για καινούριες σειρές, ταινίες...

 

Μετά από μία ώρα μαγνητοφωνημένης συνέντευξης, που όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, “τόσο μεγάλη δεν έχω ξαναδώσει στη ζωή μου!”, καταλήξαμε λίγο αργότερα να τρώμε μεζέδες στα δυτικά της πόλης, εκείνος με την καλή του κι εγώ με τον καλό μου και τον μικρούλη μας, ο οποίος φυσικά μονοπώλησε το ενδιαφέρον της περίεργης αυτής παρέας.

Ανέλπιστο...