Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2015 18:38

Μαρία Μηλιαρά - Κουκούτση: «Τα βιβλία μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους»

Συνέντευξη στη Μαρία Νίκα
Όταν ξεκίνησε να γράφει το «Θέλω να σε τρομάξω» η Μαρία Μηλιαρά - Κουκούτση, δεν περίμενε ότι θα εκδιδόταν. Το έκανε περισσότερο από εσωτερική ανάγκη, δεδομένης και της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα αλλά και οι εκδοτικοί οίκοι. Τελικά όχι μόνο κυκλοφόρησε από τον «Κέδρο», αλλά η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε μέσα σε 35 μέρες. Τη Δευτέρα στις 7.00 το βράδυ, το «Θέλω να σε τρομάξω» παρουσιάζεται στο καφέ Τριλογία, στην Καλαμάτα, όπου η συγγραφέας γεννήθηκε και μεγάλωσε. Λίγο πριν από την εκδήλωση συναντήσαμε την κυρία Μηλιαρά και μας μίλησε για το βιβλίο της...

Σπουδάσατε πολιτικός μηχανικός και εργασθήκατε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Το γράψιμο πώς προέκυψε;
Σαν μια ανάγκη όταν βγήκα στη σύνταξη. Όλα αυτά τα χρόνια στη δουλειά χειριζόμουν έγγραφα, έστω τεχνικές εκθέσεις ή δημόσια έγγραφα, όμως πάντα με ενδιέφερε το κείμενο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, να είναι άρτιο, σαφές, να μη δυσκολεύει αυτούς στους οποίους απευθυνόταν. Είχα πάντα την επιθυμία κάθε χαρτί που έφευγε με δική μου ευθύνη να είναι καλογραμμένο και κατανοητό. Αυτό μετά από 35 - 36 χρόνια έγινε βίωμα. Όταν λοιπόν βγήκα στη σύνταξη είχα την ανάγκη να ασχοληθώ πάλι με τον γραπτό λόγο. Μου ήρθε και η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο και αποφάσισα να το γράψω.

Όταν πρωτοείδα τη φωτογραφία στο εξώφυλλο νόμισα ότι ήταν η Καλαμάτα, όμως πρόκειται για την Πάτρα…
Είναι μια φωτογραφία από την Πάτρα της Κατοχής, γιατί το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στην Πάτρα. Έχει πολλές αναφορές στην Καλαμάτα, στη Μάνη, αλλά το μεγαλύτερο μέρος λαμβάνει χώρα στην Πάτρα.

Ξεκινάει από την Αυστρία…
Ναι, ηρωίδα είναι η Ελένη, αυστριακή ελληνικής καταγωγής, η οποία ζει σε ένα περιβάλλον πολύ πλούσιο. Είναι παντρεμένη με αυστριακό βιομήχανο και ανήκει στην αστική τάξη της Βιέννης. Όμως έχει μια κόρη παντρεμένη με Έλληνα από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος διδάσκει στο Γκρατς, κι έχουν κι ένα αγοράκι. Ο γαμπρός της έχει εμπλακεί στην αντιφασιστική δράση - το 1939 που ξεκινά η ιστορία η Αυστρία έχει γίνει προτεκτοράτο της Γερμανίας - οπότε πρέπει με την κόρη της να εγκαταλείψουν την Αυστρία, αφήνοντας πίσω το παιδί για να μην υποψιαστούν οι αρχές ότι δεν θα επιστρέψουν. Φεύγοντας έχουν συνεννοηθεί με την Ελένη να πάρει το παιδί και να φύγει για την Ελλάδα χωρίς να το ξέρει ούτε ο άντρας της. Στον μόνο που εξομολογείται την πρόθεσή της είναι ο πατέρας της. Έτσι βρίσκεται στην Ελλάδα με καινούργιο επίθετο που δεν το γνωρίζει κανένας από τους δικούς της και εγκαθίσταται στην Πάτρα με τον εγγονό της, χωρίς επίσης να το ξέρουν οι δικοί της. Είχαν μια προσυνεννόηση με την κόρη της ότι μετά από τρεις μήνες θα έδιναν σημεία ζωής και θα συναντιόντουσαν ελπίζοντας ότι αυτή η περιπέτεια θα τελείωνε γρήγορα. Όμως έρχεται ο πόλεμος, η Ελένη εγκλωβίζεται στην Ελλάδα με το παιδί και ψεύτικη ταυτότητα και προσπαθεί να επιβιώσει στην Πάτρα κάτω από αυτές τις συνθήκες…
Μέσα από την ιστορία εμφανίζονται όλα τα προβλήματα της εποχής, η κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα με τις φρικαλεότητες των Γερμανών, τα Καλάβρυτα, κ.λπ. Κι όταν όλα αυτά τελειώνουν, η Ελένη αποφασίζει ότι η πατρίδα της δεν είναι η Αυστρία και επιστρέφει στην Ελλάδα, στη Μάνη.

Η εποχή που ζούμε, η κρίση, σας επηρέασαν στην υπόθεση;
Η ιδέα μου ήρθε πριν από 4 χρόνια. Υπήρχαν και τότε - τώρα περισσότερο - χιλιάδες πρόσφυγες από την Ερυθραία, το Αφγανιστάν, κ.λπ. Σκεφτόμουν λοιπόν ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή τα παιδιά και τα εγγόνια μου να βρεθούν σε μια ανάλογη κατάσταση, γιατί τίποτα δεν είναι δεδομένο στη ζωή. Αυτό που σήμερα έχουμε, αύριο δεν το ΄χουμε. Δεν ξέρουμε τι θα μας συμβεί. Ήθελα να γράψω για ένα είδος προσφυγιάς. Σε καμιά περίπτωση η Ελένη δεν υφίσταται τα δεινά των προσφύγων σήμερα, γιατί έπρεπε να φέρω την υπόθεση «στα μέτρα μου», σε πράγματα που ξέρω καλύτερα, που μπορώ να ελέγξω. Γνώριζα την αρχή και το τέλος, το τι θα μεσολαβούσε δεν το ήξερα ούτε εγώ. Στην πορεία σου έρχονται διάφορα, ιδέες, οι ήρωές σου σχεδόν αυτονομούνται κάποια στιγμή, αλλιώς τους έχεις ξεκινήσει και αλλιώς σου προκύπτουν. Βγήκε αυτό το αποτέλεσμα που εύχομαι να αρέσει στον κόσμο. Τα βιβλία τα γεννάνε οι συγγραφείς αλλά ζουν μέσα από τους αναγνώστες τους.

Θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορικό μυθιστόρημα;
Ναι, είναι στα πλαίσια αυτά. Ιστορικό κοινωνικό μυθιστόρημα θα το έλεγα. Για να μπω στη λογική και τη φιλοσοφία των λαών που συμπορεύτηκαν με τον Χίτλερ, έπρεπε να πάω πολύ πίσω, στον 15ο αιώνα. Και διαπίστωσα ότι από τότε υπήρχε αυτή η πρόθεση να επικρατήσουν των άλλων ευρωπαϊκών λαών, είτε με τον πόλεμο είτε με την οικονομική τους ισχύ, θεωρώντας ότι ο δικός τους πολιτισμός ήταν ανώτερος των πολιτισμών των υπολοίπων και ότι η δική τους αυστηρή νοοτροπία, η πειθαρχία πρέπει να διέπει τις ζωές όλων. Από την εποχή του Καρλομάγνου. Δεν είναι ένα βιβλίο που το έγραψα έτσι για να ειπωθεί μια ιστοριούλα.

Από την αρχή είχατε αποφασίσει ότι θα το εκδώσετε;
Όχι δεν πίστευα ότι θα εκδοθεί και μάλιστα σε τέτοιους καιρούς. Ξεκίνησα να το γράφω για μένα. Όταν τελείωσε το έδωσα και το διάβασαν δικοί μου άνθρωποι, οι οποίοι επίσης διαβάζουν πολύ και μπορούν να έχουν ένα κριτήριο. Όλοι μου είπαν να προσπαθήσω να εκδοθεί. Ξέροντας όμως την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι εκδοτικοί οίκοι και όλοι γύρω μας, δεν πολυπίστεψα ότι θα γινόταν. Έστειλα λοιπόν σε κάποιους εκδοτικούς οίκους από ένα αντίτυπο. Ο Κέδρος μου απάντησε γρήγορα σχετικά, σε δύο μήνες, ότι ενδιαφερόταν να το εκδώσει. Ήταν μεγάλη έκπληξη πρέπει να πω για μένα. Όπως μεγάλη έκπληξη ήταν το ότι εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση μέσα σε 35 μέρες.

Θα συνεχίσετε τη συγγραφή;
Ήδη γράφω το δεύτερο βιβλίο. Διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή της κρίσης, αν και η κρίση δεν είναι το θέμα του. Είναι κοινωνικό μυθιστόρημα και βρίσκομαι στο ένα τρίτο. Θα δούμε, πότε κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει ένα βιβλίο. Όμως πέρα από τη δική μου δραστηριότητα, πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν βιβλία, βιβλιοπωλεία, εκδοτικοί οίκοι, γιατί αλίμονο αν μέσα στην κρίση αυτό χαθεί. Να φτάσουμε δηλαδή στο σημείο οι άνθρωποι να μην μπορούν να διαβάσουν ένα βιβλίο. Άλλωστε διαβάζαμε και σε περιόδους που η χώρα ήταν πολύ φτωχή. Εγώ που διάβαζα από μικρό παιδί, δεν είχαμε βιβλία στο σπίτι, τα δανειζόμουν. Δεν είναι ανάγκη να το αγοράσεις, ας το δανειστείς από έναν φίλο, μια βιβλιοθήκη. Μέσα από τα βιβλία έχω κάνει τα καλύτερα ταξίδια της ζωής μου. Πάντα έχω ένα βιβλίο «σε εκκρεμότητα». Νομίζω ότι τα βιβλία μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους.

Πώς αισθάνεστε που παρουσιάζετε το βιβλίο σας στην Καλαμάτα;
Τυχερή και ευλογημένη μαζί. Το ήθελα. Μάλιστα ένα βιβλιοπωλείο στο Χολαργό που μένουμε, μου είχε προτείνει να κάνουμε μια παρουσίαση νωρίτερα αλλά τους παρακάλεσα να γίνει δυο εβδομάδες αργότερα για να το παρουσιάσω πρώτα στην Καλαμάτα. Για συναισθηματικούς λόγους. Άλλωστε όταν μεγαλώνουμε ερχόμαστε πιο κοντά στα παιδικά μας χρόνια, στις αναμνήσεις και τον τόπο που γεννηθήκαμε.

Το «Θέλω να σε τρομάξω» παρουσιάζεται τη Δευτέρα 2/11 στην Καλαμάτα σε εκδήλωση που διοργανώνεται σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο «Βιβλιόπολις» της Δήμητρας Δημοπούλου. Θα ακολουθήσουν παρουσιάσεις στην Αθήνα, την επόμενη εβδομάδα στο Χολαργό (όπου θα διαβάσουν αποσπάσματα ο Ηλίας Λογοθέτης και η Μαρία Ζαχαρή) και στις 24/11 στο «Επί λέξει» της οδού Ακαδημίας, ενώ στις 27/11 το βιβλίο θα παρουσιαστεί στην Πάτρα.

*Ακολουθεί φωτο με το εξώφυλλο του βιβλίου