Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016 19:21

Ο Μεσσήνιος ποιητής που δεν ξέχασε την πατρίδα του στην αμερικανική περιπλάνησή του

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ 
Του Θανάση Παντέ 
«Κάποτε έγραφα και εγώ ποιήματα», μου είπε ο Δημήτρης Λαμπρόπουλος ξαφνικά καθώς συζητούσαμε και στο βλέμμα του φανερώθηκε η μελαγχολία, ένα σύννεφο να γίνει βροχή, αλλά δεν έγινε…

Απόγευμα στη «Μυλόπετρα», πίνουμε  καφέ και η κουβέντα με τον συνομιλητή μου είναι χαλαρή κι’ έτοιμη ανά πάσα στιγμή να ματαιωθεί,  όπως και τελικά έγινε, καθώς τη μεταθέσαμε για άλλη φορά κι’ αυτού θα είχα διαβάσει τα βιβλία του, που θα φρόντιζε να μου στείλει με την κόρη του και φίλη μου, Μπέσυ.
Φεύγοντας δεν παρέλειψε να με προσκαλέσει στο σπίτι του στο Δώριο. Έφυγε αεράτος όπως είχε έρθει…
Πέρασε καιρός και τον Δημήτρη Λαμπρόπουλο από το Δώριο της Μεσσηνίας, που διέπρεψε στην Αμερική ως Τζέιμς Λάμπρος, δεν τον ξαναείδα γιατί έφυγε από τη ζωή.
Μετά το θάνατό του τα βιβλία του ήρθαν στα χέρια μου χάρη στην κόρη του και διαβάζοντάς τα μου αποκάλυψαν ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ποιητή, με κοσμοπολίτικη αντίληψη του κόσμου, που αφουγκραζόταν τους παλμούς της εποχής του στα όρια του ρεαλισμού, που όμως δεν γινόταν σε καμία περίπτωση αγοραίος και μίζερος.
Ο Δημήτρης Λαμπρόπουλος έγραψε και κυκλοφόρησε αρκετά βιβλία και χαρακτηριστικοί είναι οι τίτλοι τους: «Γαλάζιοι ρυθμοί» το 1961, «Συμφωνίες και καημοί» το 1963, «Μοιρολόι στον Τζων Κέννεντυ» το  1964, «Περπατώντας στην έρημο» το 1965, «Ανθοφορία αγάπης» το 1966, «Προσευχή στον πατέρα μου» το 1989 και ενδιάμεσα μια «επιλογή» ποιημάτων του, καθώς και Ελεγεία και Μπαλάντες, μια άλλη συλλογή αδέσποτη στα χρόνια που πέρασαν.

Στα χρόνια που έζησε και δραστηριοποιήθηκε στην Αμερική έγραφε κατά καιρούς στον Εθνικό Κήρυκα της Νέας Υόρκης.
Γεννήθηκε στο Δώριο Μεσσηνίας από το 1955 μέχρι το 1991 πηγαινοερχόταν στην Αμερική, όπου είχε δημιουργήσει αλυσίδα εστιατορίων,  ξεκινώντας και αυτός, όπως και τόσοι άλλοι πριν απ’ αυτόν, πλένοντας τα πιάτα.
Το δημιουργικό του πνεύμα ωστόσο, που ήταν σωστό δαιμόνιο, τον κρατούσε σε εγρήγορση και εκτός από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες άφηνε την ευαισθησία του να ξεχύνεται στα ποιήματα του, ενώ είχε και έντονο δημοσιογραφικό σαράκι, παίρνοντας κατά καιρούς συνεντεύξεις από Έλληνες που πήγαιναν στην Αμερική, όπως η Καίτη Γκραίη, ο Μανώλης Αγγελόπουλος,  η Αννούλα Βασιλείου κ.ά Κατά καιρούς μάλιστα έκανε κι’ αυτός την εμφάνισή του, όπως και τόσοι άλλοι, από τη θρυλική ταβέρνα Σπηλιά της Νέας Υόρκης, που ήταν το στέκι των ομογενών στα χρόνια εκείνα που η κορυφαία πόλη της Αμερικής,  το «μεγάλο μήλο» όπως χαρακτηρίζεται κατακλυζόταν από σημαντικές προσωπικότητες Ελλήνων που κρατούσαν ζωντανή την Ελλάδα και εκτός των γεωγραφικών της ορίων. Ανάμεσα σε αυτούς τους Έλληνες και ο Μεσσήνιος Δημήτρης Λαμπρόπουλος ή Τζέιμς Λάμπρος, όπως τον αποκαλούσαν οι Αμερικανοί που γνώρισαν από τους Έλληνες τον ίδιο και το έργο του, ποίηση λυρικής πνοής και φιλοσοφικής διάθεσης, όπου η αίσθηση της πατρίδας είναι διάχυτη ανάμεσα στις λέξεις που την κατακλύζουν.
Και βέβαια δεν είναι τυχαίο που για την ποίηση του Δημήτρη Λαμπρόπουλου έγραψε και μετάφρασε ο σημαντικός ποιητής και μεταφραστής Νίκος Σπανιάς που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1923 αλλά διέπρεψε στη Νέα Υόρκη όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του.
Για «ψυχική ευφορία» στην ποίηση του Δημήτρη Λαμπρόπουλου κάνει λόγο ο Μιχάλης Περάνθης, ενώ ο Πάνος Παναγιωτούνης μιλά για «ανήσυχη ποιητική συνείδηση».
Και με τους δύο καταξιωμένους λογοτέχνες ο εκ Δωρίου ορμώμενος στην Αμερική διαρπέψας Δημήτρης Λαμπρόπουλος διατηρούσε γνωριμία ζωής χάρη στο έργο του.
Δεν χωράει αμφιβολία πως το έργο αυτό δεν έχει εκτιμηθεί και αναδειχθεί στο βαθμό που του ταιριάζει, ίσως και ο ίδιος ο δημιουργός του δεν ασχολήθηκε όσο έπρεπε μαζί του.
Το έργο ωστόσο υπάρχει και η αξία του είναι ανεκτίμητη για όσους μπορούν και θέλουν να το εκτιμήσουν.
Περπατώντας στην έρημο, αναζητώντας την αρμονία της ψυχής σε ένα ταραγμένο κόσμο ο Δημήτρης Λαμπρόπουλος υπήρξε ένας τροβαδούρος με τον τρόπο του,  όπως ο και ο τραγουδιστής Νίκος Γούναρης που ήταν φίλος του και στη μνήμη του έχει αφιερώσει τη σημαντικότατη ποιητική του συλλογή «Περπατώντας στην έρημο».
Στη γη της αγαπημένης του Μεσσηνίας αξιώθηκε να ολοκληρώσει και να κλείσει τον κύκλο της ζωής του ο Δημήτρης Λαμπρόπουλος, ασχολούμενος με τη φύση στο αγαπημένο του Δώριο. Υπήρξε άνθρωπος του κόσμου και τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο.
Μπορεί να είχε πάψει τα τελευταία χρόνια να περνάει την ποίησή του στο χαρτί και να την κάνει ποιήματα αλλά δεν την είχε ποτέ εγκαταλείψει. Του αρκούσε ίσως το εναρκτήριο λάκτισμα  ενός αγώνα της αγαπημένης του ομάδα, των Σικάγο Μπουλς και ο ποιητής που υπήρχε μέσα του γινόταν πάλι το παιδί που ξεκίνησε από το Δώριο για να κερδίσει το στοίχημα της επιτυχίας στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.
Το στοίχημα το κέρδισε και το κέρδιζε καθημερινά ως το τέλος της ζωής του. Διεκδίκησε για λογαριασμό του το μερίδιο της αιωνιότητας που του αναλογούσε και το πήρε μαζί του φεύγοντας. Δεν ήταν και λίγο τελικά αυτό που έκανε. Ένα ευδιάκριτο ίχνος της ύπαρξης στο αεικίνητο παζλ της μνήμης._