Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017 11:16

Το περιβάλλον στην Ελλάδα (συμπεράσματα της Έκθεσης της Κομισιόν)

Του Βασίλη Κοσμόπουλου* 
Η Κομισιόν πριν από λίγες ημέρες δημοσιοποίησε την «Έκθεση της Εφαρμογής της Περιβαλλοντικής Νομοθεσίας» (EIR) η οποία είναι το νέο εργαλείο για τη βελτίωση της εφαρμογής της ευρωπαϊκής πολιτικής για το περιβάλλον και περιλαμβάνει 28 εκθέσεις (μία για κάθε χώρα μέλος) όπου αναπτύσσονται οι υστερήσεις, τα πλεονεκτήματα, οι ευκαιρίες και οι αδυναμίες κάθε χώρας στη διαχείριση των αποβλήτων, στην ποιότητα των υδάτων, στην ποιότητα του αέρα, στην προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας και γίνονται συστάσεις για τις απαιτούμενες βελτιώσεις…

Για τη χώρα μας η Επισκόπηση αυτή αναφέρει, όπως αναμενόταν, ότι ‘Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας’ και αυτό τεκμηριώνεται μεταξύ άλλων και από το μεγάλο αριθμό (27) υποθέσεων παραβίασης της νομοθεσίας που βρίσκονται σε εξέλιξη και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο.
Δεν προξενεί προφανώς εντύπωση το γεγονός ότι η Διαχείριση των Αποβλήτων είναι ο τομέας που σημειώνονται τα μεγαλύτερα προβλήματα με τις παράνομες χωματερές, τα χαμηλά ποσοστά ανακύκλωσης και τη διαχείριση των αποβλήτων να βρίσκονται στην κορυφή της λίστας. Σύμφωνα με τη έκθεση το 81% των οικιακών αποβλήτων καταλήγει σε χώρους υγειονομικής ταφής (παράνομους και νόμιμους), το 15% ανακυκλώνεται και το 4% λιπασματοποιείται. Οι αντίστοιχοι μέσοι όροι στην ΕΕ των 28μελών είναι 31%, 27% και 15% με το υπόλοιπο 27% να κατευθύνεται προφανώς στην καύση. Επομένως είναι επιτακτική ανάγκη, τονίζεται στην έκθεση, η Ελλάδα να επιτύχει τους τρέχοντες στόχους της ΕΕ για τα απόβλητα και ιδίως να αυξήσει άμεσα τη χωριστή αποκομιδή, την ανακύκλωση, να κλείσει τις παράνομες χωματερές και να ολοκληρώσει, παρά τα υψηλά ποσοστά συμμόρφωσης, την εφαρμογή της οδηγίας για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, δίνοντας προτεραιότητα στους οικισμούς οι οποίοι εμπλέκονται σε διαδικασίες παραβιάσεων.
Ως προς τη Διαχείριση των Υδάτων η έκθεση αναφέρει ότι το κυριότερο πρόβλημα με τα ελληνικά επιφανειακά ύδατα είναι η διάχυτη ρύπανση (η νομοθεσία μας σχετικά με τη νιτρορύπανση θεωρείται παρωχημένη) η οποία επηρεάζει το 63% των υδατικών συστημάτων, ενώ οι σημειακές πηγές μόλυνσης το 44% αυτών και η άντληση υδάτων το 6%. Τα καλά νέα είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει πολύ υψηλά ποσοστά (99% - 100%) συμμόρφωσης όσον αφορά τις παραμέτρους που ορίζονται για το πόσιμο νερό και το γεγονός ότι το 2015 από τα 1.542 σημεία κολύμβησης απ’ όπου ελήφθησαν δείγματα το 97,20% ήταν εξαιρετικής ποιότητας, το 0,6% καλής ποιότητας ενώ δεν κατέστη δυνατή η αξιολόγηση 34 δειγμάτων.
Τέλος όσον αφορά την Ατμοσφαιρική Ρύπανση η έκθεση τονίζει ότι παρά το γεγονός ότι η εκπομπή διαφόρων ρυπαντικών ουσιών έχει μειωθεί σε σημαντικό βαθμό η ποιότητα του αέρα εξακολουθεί να εγείρει ανησυχίες καθώς το 2014 καταγράφηκαν υπερβάσεις σε περιοχές των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης πάνω από τα όρια που θέτει η ΕΕ τόσο για το διοξείδιο του νατρίου (ΝΟ2) όσο και για τη σωματιδιακή ύλη (ΡΜ10), ενώ παράλληλα σε πολλές περιοχές της χώρας οι επιθυμητές τιμές των μετρήσεων αλλά και οι μακροπρόθεσμοι στόχοι που αφορούν τις συγκεντρώσεις του όζοντος δεν επιτυγχάνονται. Γι’ αυτό άλλωστε σε μελέτη του 2016 αναφέρεται ότι υπάρχουν πολλές δυνατότητες για μετατροπή των φόρων επί της εργασίας σε φόρους για το περιβάλλον.
Η Κομισιόν θεωρεί ότι η ατελής εφαρμογή της περιβαλλοντικής της νομοθεσίας οδηγεί σε μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές δαπάνες και δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις. Είναι εντυπωσιακά πάντως τα αποτελέσματα έρευνας σύμφωνα με την οποία το 75% των πολιτών στην ΕΕ θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι απαραίτητη για την προστασία του περιβάλλοντος και το 80% αυτών συμφωνεί ότι οι θεσμοί της ΕΕ πρέπει να μπορούν να ελέγχουν τη σωστή εφαρμογή της στη χώρα τους.      

*Πολιτικός Μηχανικός
τ. Δημοτικός Σύμβουλος