Σάββατο, 10 Μαρτίου 2018 19:29

Δυναμικά από Καλαμάτα : σπουδή πάνω στην ψύχωση

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Της Μαρίζας Νταϊφά
Τον προηγούμενο μήνα παιζόταν στο θέατρο νηπιαγωγείο η κωμωδία “Δυναμικά από Καλαμάτα” μάλιστα με ελεύθερη συνεισφορά γεγονός που αποδεικνύει πως οι άνθρωποι που απαρτίζουν αυτό το εγχείρημα που λέγεται “θέατρο νηπιαγωγείο” πέρα από την καλλιτεχνική συνείδηση διαπνέονται και από κοινωνική. Δεν μπορούμε πάντως να κρύψουμε την χαρά μας και την ευγνωμοσύνη μας που νέοι ταλαντούχοι άνθρωποι ζουν και δημιουργούν στην πόλη μας…

Την παράσταση “Δυναμικά από Καλαμάτα” συνέθεταν οι ιστορίες τεσσάρων γυναικών σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Τέσσερις πανέμορφες γυναίκες μορφωμένες, δημιουργικές, χειραφετημένες βρίσκονται μπλεγμένες στα δίχτυα της ψύχωσης. Μπορεί κατ’ επίφαση να παρουσιάζονταν σαν υστερικές, αδύναμες γυναικούλες που δεν αντέχουν λεπτό να μείνουν μόνες, όμως, η αλήθεια τους είναι μια ελεύθερη πτώση. Μια ελεύθερη πτώση στην άβυσσο του γυναικείου ψυχισμού, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα στα βάθη της κοινωνικής καταπίεσης. Και οι τέσσερις αντιστέκονται ασυνείδητα μεν, σθεναρά δε στις κοινωνικές πιέσεις που εξαναγκάζουν σε πεπατημένες οδούς. Γαντζώνονται η μια πάνω στην άλλη βλέποντας φως στο ταξίδι προς την εξωτική Ταϋλάνδη. Η πίεση, όμως, είναι τεράστια και στην προσπάθεια τους να συντρίψουν τις ιδεατές εικόνες περνούν στην αντίπερα όχθη της ψύχωσης. Στο ταξίδι τους στη θέση του ενορχηστρωτή βρέθηκε μια άλλη γυναίκα η Καλλιρρόη Βελέντζα, η οποία μέσα στον ωκεανό των ψευδαισθήσεων καταφέρνει υπό τους ήχους της ντίσκο μουσικής να διασκεδάσει το σκόπελο της σοβαροφάνειας.

Στην παράσταση βλέπουμε την δυναμική Βασίλω, που την ενσάρκωσε η χειμαρρώδης Ελένη Ευταξοπούλου, να αντιστέκεται σθεναρά στο ‘κουκούλωμα’ της με ένα καλό παιδί. Η άρνησή της αυτή και η αγωνία της να μην υποκύψει σε έναν ‘καλό’ γάμο φαντάζει στα μάτια του αθώου θεατή καθόλα παράλογη. Μα δεν έχει τίποτα να καταλογίσει του ανθρώπου πέρα του ότι είναι ...φλατ. Η ηρωίδα παίρνει φόρα θέλοντας να συντρίψει τον αντικατοπτρισμό της γυναίκας που έχοντας καλή δουλίτσα βρίσκει και το καλό παλικάρι και επιτέλους νοικοκυρεύεται. Μήπως, άλλωστε δεν υπάρχει χειρότερος εφιάλτης από μια ζωή ...φλατ; Ο φόβος του συμβιβασμού πυροδοτεί κρίσεις πανικού που φέρνουν μέχρι και καρχαρίες στα ύδατα της Καρδαμύλης.

Από την άλλη, η αριστοκρατική μορφή της Γιώτας, που την απολαύσαμε μέσα από την ώριμη ματιά της Εύης Γιαννακοπούλου, βυθίζεται στην αγωνία της μοναξιάς μιας ώριμης γυναίκας που έχοντας ζήσει το όνειρο του γάμου και της μητρότητας θέλει να ζήσει πλέον πιο δυναμικά. Έχοντας δώσει τέλος σε ένα αποτυχημένο γάμο και έχοντας μια ενήλικη πια κόρη μπορεί να διεκδικήσει το δικαίωμα της στην σεξουαλικότητα. Μπορεί όμως πραγματικά; Ενώ έχει σχέση με έναν τροβαδούρο παρασύρεται από μια ερωτική περιπέτεια που καταστρέφει την σχέση της. Η ενοχή κυριαρχεί μέσα της και δεν της επιτρέπει να ακούσει την εσωτερική φωνή που μπορεί να της λέει πως αν δεν την καλύπτει μια σχέση έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει μια άλλη, πως μπορεί να αναλάβει την αποτυχία της χωρίς να στιγματιστεί, πως αντέχει να έχει την ευθύνη του εαυτού της. Όμως, αυτή επιλέγει να μπερδεύεται μέσα στο πλέγμα της ενοχής και της μιζέριας του να ωραιοποιεί κάτι που δεν έχει πια, μόνο και μόνο για το αίσθημα ασφάλειας που είχε κάποτε νοιώσει.

Ο ρόλος της νέας, ωραίας και ατυχούς Σταυρούλας πήρε σάρκα και οστά μέσα στη σεμνή κορμοστασιά της Ελένης Χρηστίδου. Η ηρωίδα μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε πως μια τέτοια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά πάει και πέφτει από τον κακό στο χειρότερο. Μήπως είναι η πρώτη φορά που αναρωτηθήκαμε πως μια έξυπνη, όμορφη, δημιουργική κοπέλα επιλέγει να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε σχέσεις απέλπιδες με κάποιον παντρεμένο ή με κάποιον -ας πούμε- αταίριαστο χαρακτήρα; Τι είναι αυτό που παγιδεύει τους ανθρώπους σε σχέσεις που πληγώνουν; Μην είναι οι κάμποι, μην είναι τα βουνά, μην είναι  η χαμηλή αυτοεκτίμηση που κυβερνάει τελικά;

Τέλος, η αναρχική Σοφία που την υποδυόταν η Κωνσταντίνα Κολόκα ως κόρη της Γιώτας έδινε ένα τόνο εφηβικότητας κοροϊδεύοντας τις γυναίκες του περιβάλλοντος  της που παρανοούσαν διαρκώς. Ήταν πιο πολύ αυτός ο ρόλος -αγκάθι που με κινητοποίησε να γράψω αυτό το κείμενο. Η Σοφία λόγω του νεαρού της ηλικίας της όσο και αν φαινόταν υπεράνω όλων αυτών των φόβων -του συμβιβασμού ή της μοναξιάς- που ταλαιπωρούσαν τις άλλες γυναίκες, τελικά υπέκυψε και αυτή στην παράνοια. Μήπως, λοιπόν, αυτή η παράνοια της διπλανής πόρτας δεν είναι απλά μια ‘γυναικεία υπόθεση’, παρά η γενεαλογική αλυσίδα που μεταφέρεται από τη μάνα στην κόρη και μας αφορά όλες; 

Ως μητέρα έρχομαι αντιμέτωπη πολλάκις με την φυσική ροπή να χρησιμοποιείται το παράλογο ως μέσο πειθαναγκασμού των παιδιών. Ασύνδετα πράγματα συνδέονται με το ζόρι προκειμένου να ασκήσουν ψυχολογικό εκβιασμό και να έχουν αίσια έκβαση προς διευκόλυνση των ενηλίκων -γονιών ή και εκπαιδευτικών. Αν δεν φας, δεν θα πάμε στο πάρκο. Αν δεν βάλεις το μπουφάν σου, θα πας στο νοσοκομείο. Αν δεν διαβάσεις, θα αποτύχεις στη ζωή σου. Αν δεν υπακούσεις στο δάσκαλο, θα έχεις κακά ξεμπερδέματα. Και αναρωτιέμαι αν εκπαιδευτήκαμε να δεχόμαστε άκριτα το παράλογο και με τη σειρά μας εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας σε αυτή την ανοχή.

Στην παράσταση έβλεπες τέσσερις γυναίκες σαν τα κρύα τα νερά να καταρρέουν μέσα στην ψύχωση δημιουργώντας συνεχώς σενάρια καταστροφολογικά παραληρώντας μέσα σε φόβους αβάσιμους που ακινητοποιούσαν το πνεύμα θολώνοντας την αντίληψη της πραγματικότητας και δυσχεραίνοντας σοβαρά την επικοινωνία με τους άλλους. Σε αυτές τις γυναίκες της διπλανής πόρτας δεν έμαθε κανείς ήδη από την παιδική τους ηλικία να ακούνε την εσωτερική τους φωνή: να αναγνωρίζουν τις επιθυμίες τους και να σέβονται τα συναισθήματά τους. Οπότε φυσικά απορρέει και η βαρύγδουπη διαπίστωση πως ό,τι και αν έχεις πετύχει σε επίπεδο κοινωνικού πρεστίζ δεν ισοσταθμίζει την απώλεια της χαράς -αν δεν μπορείς να αντέξεις τη ζωή με τις ματαιώσεις της, αν δεν μπορείς να αναλάβεις την ευθύνη των συναισθημάτων σου συνυπάρχοντας αρμονικά με τους άλλους-.

Πόσο όμως δύσκολο είναι να σπάσει αυτή η αλυσίδα, όταν αντικρίζουμε παθητικά το παράλογο να διαβρώνει όλους τους τομείς της καθημερινότητάς μας. “Δυναμικά από Καλαμάτα” ναι, αλλά πως;  Ακόμα και η ίδια η μορφολογία της πόλης διαβρώνεται συνεχώς από την ‘ψύχωση’ της δημοτικής αρχής που  φαντασιώνεται τα δέντρα και το χώμα ως βρωμιά που πρέπει να ασφαλτοστρωθούν και τους ελεύθερους χώρους- όπως το πάρκο- ως ορμητήρια κακοποιών που πρέπει να περιχαρακωθούν από τείχος κάγκελων. Για μένα, η σπίθα της ελπίδας κρύβεται στην παιδική ηλικία: να μάθουμε τα παιδιά μας να ξεχωρίζουν το λογικό από το παράλογο. Να μάθουμε στα παιδιά μας πως το χώμα είναι δημιουργία όχι βρωμιά, πως τα δέντρα είναι ο συνδετικός κρίκος του παρελθόντος με το μέλλον όχι ενοχλητικά αντικείμενα, πως το δάσος του Ταϋγέτου είναι φυσική κληρονομιά και όχι χώρος απόθεσης των απορριμάτων μας, πως το Καλάθι είναι εκεί πριν από μας για να καλωσορίζει ανθρώπους και όχι για να γίνεται άμβωνας φασιστών, οι παραλίες και οι θάλασσες είναι η ψυχική μας υγεία και όχι πεδία εξασφάλισης κερδών, πως το πάρκο είναι η ανοιχτή αυλή όλων των Καλαματιανών και όχι το κλουβί για τους τρελούς.