Τετάρτη, 05 Δεκεμβρίου 2018 16:53

Το κοράκια ή “για του σπιτιού μου το ψωμί έδωσα ό,τι κι αν είχα”

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Του Θεόδωρου Σινάνη* 
Φίλοι μου σας γράφω από τα Ρίκια, τον παράδεισό μου, όπως λέω πάντα. Έμαθα ότι προφυλακίστηκε ο Ριχάρδος και άλλοι που έκαναν δουλειές μαζί. Καιρός ήταν να γίνει κάτι για αυτό το θέμα, ήταν πολλά τα δράματα που έζησαν άνθρωποι της πατρίδας μας. Το δράμα με τη θηλιά στο λαιμό που έσφιγγε και σφίγγει τον καθένα μας, όχι όλους με την ίδια ένταση...

Υπήρξαν χιλιάδες άνθρωποι που ένιωθαν να σφίγγει και πιο πολύ κάθε μέρα και κάθε νύχτα η θηλιά. Πόσοι αλήθεια έχασαν τον ύπνο τους; Πόσους τους τριβέλιζε το μυαλό το ερώτημα “τί να κάνω;”. Και νάτο τότε το όραμα του Ριχάρδου… Του κάθε Ριχάρδου, που, όπως κάθε κατηγορούμενος, είναι αθώος μέχρι να αποφανθεί η δικαιοσύνη.

Συνήθως οι ιστορίες με τον κάθε μαυραγορίτη, τον κάθε οικονομικό εγκληματία, έχουν και αίμα, έχουν και αυτοκτονίες (δες Ρίτσο: “όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα”)
Όταν συμβεί το κακό σε κάθε λαό από πάνω του κράζουν τα κοράκια, οι μαυραγορίτες, οι ίδιοι πάντα, τα ίδια κοράκια και τότε που η χώρα μας ήταν σε κατοχή και σε πείνα. Τότε που πέθαινε ο κόσμος στους δρόμους, στα πεζοδρόμια. Τότε που δεν προλάβαιναν οι άνθρωποι να θάψουν τους νεκρούς τους. Δεν υπήρχε τότε να τρέξει το ΕΚΑΒ να τους πάρει μήπως γλιτώσουν. Δεν υπήρχαν και νοσοκομεία να μπορούν να αντέξουν αυτό το φορτίο. Οι άνθρωποι μετέφεραν τους νεκρούς τους με τα κάρα, με τα γαϊδούρια. Το πιο τραγικό, το οποίο το έχω δει, ήταν όταν τους νεκρούς τους μετέφεραν άνθρωποι που και αυτοί σε λίγο θα πέθαιναν, ετοιμοθάνατοι!
Κακώς τους λέω κοράκια τους μαυραγορίτες. Είναι πολύ χαϊδευτικό σε σχέση με το έγκλημά τους.
Παίρνανε σπίτια, χωράφια, έπιπλα, ρούχα, για ένα κομμάτι ψωμί. Τότε έγιναν οι νεοπλούσιοι. Αυτοί πατούσαν πάνω στην ανάγκη των άλλων, πατούσαν πάνω σε πτώματα.
Δεν είναι φαντασία μου αυτά που γράφω φίλοι μου. Αυτές οι καταστάσεις έχουν καταγραφεί από άλλους είναι ειδικοί. Εγώ γράφω αυτά που έζησα τότε. Ήμουν 12 χρονών, πείνασα πολύ, έτρωγα μαζί με τα άλλα μου αδέλφια χόρτα για φαι και χόρτα τηγανιτά για ψωμί, ευτυχώς είχαμε λάδι.

Τότε λοιπόν κυκλοφορούσαν και κάποια τραγουδάκια ή ποιήματα που περιέγραφαν αυτές τις καταστάσεις.
Να σας μεταφέρω δυο στίχους που θυμάμαι.

“Για του σπιτιού μου το ψωμί

έδωσα ό,τι και αν είχα

και η μεγάλη μου αδελφή

πούλησε ακόμα και την προίκα (ιερό πράγμα για κείνη την εποχή η προίκα στο σπίτι της αδελφής)

όμως δεν πήγε να δοθεί

και να πουλήσει το κορμί της

και αν η προίκα της έχει χαθεί

έχει για προίκα την τιμή της”



“Σε μια νεόπλουτη κυρά που είχε 5-6 περιβόλια

επούλησαμε της γιαγιάς μου τα βραχιόλια.

Πάρτα της λέω εσύ κυρά και τόσες άλλες δίχως έννοια,

μα θα σας βάλουμε μετά στενά άλλα βραχιόλια σιδερένια”

Αυτά τα τραγουδούσαμε και σαν ΕΠΟΝιτόπουλα.
Στενά όμως τα βραχιόλια δεν μπήκαν στους μαυραγορίτες, στους δοσίλογους. Μπήκαν στους νικημένους. Και ήταν βραχιόλια πολύ βαριά, γερά και πολλά. Εξορίες, διωγμοί…
Τους νικητές τους αντάμειψαν με θέσεις στη δημόσια διοίκηση, τους έκαναν επιχειρηματίες, με δάνεια χαριστικά, με φράκα και με κολάρα.
Γι’ αυτό εγώ νομίζω πως το χώμα της πατρίδας μας είναι πανάκριβο, είναι ιερό, γιατί είναι ζυμωμένο με αίμα και ιδρώτα των αδυνάτων.
Το χώμα της πατρίδας μας τότε δεν ζυμώθηκε με ιδρώτα που ίδρωναν γλεντώντας οι έχοντες. Και το λίπος τους δεν έδενε να ζυμωθεί με το χώμα το ελληνικό των πεινασμένων.
Το χώμα της πατρίδας μας να το κάνουμε φυλαχτό όπως κάνουν οι ξενιτεμένοι μας, έτσι του αξίζει. Και αν πεινάσαμε και αν πεινάμε και αν πονέσαμε και αν πονάμε και αν αντέξαμε και αν αντέχουμε είναι γιατί περιμένουμε. Περιμένουμε τη δικαιοσύνη. Τη δικαιοσύνη από πάνω, από το θρόνο της. Η δικαιοσύνη από τα κάτω είναι κάποτε επικίνδυνη. Ίσως και συμφορά. Και δεν πρέπει να την παίρνουν με τα χέρια τους αυτοί που δεν ξέρουν να ζυγίσουν...

 

*Θεόδωρος Σινάνης

Ιστορικός Πρόεδρος Μεσσηνιακού Ερασιτεχνικού Θεάτρου