Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015 14:41

Πώς θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των οσμών από τα πυρηνελαιουργεία;

Του ΓΙΑΝΝΗ ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ* 
Στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές βιώνουμε την περίοδο της ελαιοσυγκομιδής ένα μεγάλο πρόβλημα από την κατεργασία του ελαιοπυρήνα, που ειδικότερα αφορά στις οσμές από την ξήρανσή του. Η μεγάλη παραγωγή ελαιοκάρπου στην περιοχή μας σε συνδυασμό με την περιορισμένη περίοδο ελαιοσυγκομιδής (Νοέμβριος - Μάρτιος), δημιουργεί μεγάλες…

Του ΓΙΑΝΝΗ ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ 
Στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές βιώνουμε την περίοδο της ελαιοσυγκομιδής ένα μεγάλο πρόβλημα από την κατεργασία του ελαιοπυρήνα, που ειδικότερα αφορά στις οσμές από την ξήρανσή του. Η μεγάλη παραγωγή ελαιοκάρπου στην περιοχή μας σε συνδυασμό με την περιορισμένη περίοδο ελαιοσυγκομιδής (Νοέμβριος - Μάρτιος), δημιουργεί μεγάλες…

…ποσότητες τριφασικού και διφασικού ελαιοπυρήνα, με αποτέλεσμα σε μικρό χρονικό διάστημα να επιβαρύνεται το περιβάλλον με μεγάλες ποσότητες απαερίων.
Πώς φτάσαμε ως εδώ
Το ζήτημα των ρύπων των πυρηνελαιουργείων συνδέεται ευθέως με όλη την αλυσίδα παραγωγής ελαιολάδου. Στα ελαιουργεία, η εξαγωγή του ελαιολάδου από την ελαιοζύμη γίνεται με φυγοκέντριση τριών ή δύο φάσεων.
Στο σύστημα τριών φάσεων, η ελαιοζύμη διαχωρίζεται σε 3 φάσεις: το ελαιόλαδο και 2 ρεύματα αποβλήτων που αποτελούνται από την υδάτινη φάση και τον ελαιοπυρήνα.
Στα ελαιουργεία των δυο φάσεων η ελαιοζύμη διαχωρίζεται σε 2 φάσεις: το ελαιόλαδο και 1 ρεύμα του αποβλήτου, που εμπεριέχει τα υγρά της ελιάς και τον πυρήνα. Σε αυτήν την περίπτωση ο ελαιοπυρήνας εμπεριέχει υψηλό ποσοστό υγρασίας.
Μέχρι πριν λίγα χρόνια, τα περισσότερα από τα ελαιοτριβεία ήταν 3 φάσεων, οπότε κατά την κατεργασία του ελαιοκάρπου είχαμε 2 τύπους αποβλήτων: τα υγρά (κατσίγαρος) και τον ελαιοπυρήνα με μέσο ποσοστό υγρασίας 50 %
Η πιο συνηθισμένη πρακτική που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα στη διαχείριση των υγρών αποβλήτων ελαιουργείων, είναι η διάθεσή τους σε παρακείμενους επιφανειακούς υδάτινους αποδέκτες, όπως χειμάρρους και ποτάμια, τα οποία στη συνέχεια καταλήγουν στη θάλασσα. Μικρό ποσοστό διατίθεται σε εδαφικούς αποδέκτες. Η ανεξέλεγκτη διάθεση των υγρών αποβλήτων οδηγεί σε εκδήλωση έντονων φυτοτοξικών φαινομένων στην υφιστάμενη χλωρίδα και στην ποιοτική υποβάθμιση του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, των επιφανειακών υδάτων, των ακτών και της θάλασσας. Η έρευνα γύρω από την διαχείριση των υγρών αποβλήτων των ελαιουργείων είναι μεν εκτεταμένη, ωστόσο καμία από τις μεθόδους που έχουν εξεταστεί δεν έχει βρει εφαρμογή έως σήμερα για τον λόγο ότι οι σχετικές μεθοδολογίες που έχουν αναπτυχθεί παρουσιάζουν συγκεκριμένα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Για την επιλογή τους πρέπει να συνυπολογιστούν προσεκτικά οι τεχνικές ιδιαιτερότητες, η εμπειρία από εφαρμογή σε μεγάλη κλίμακα, αλλά και παράγοντες που συνδέονται με τις τοπικές συνθήκες, την κοινωνική συναίνεση και κυρίως την οικονομικότητα- βιωσιμότητα της κάθε εφαρμογής.
Λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης λύσης για την διάθεση των υγρών αποβλήτων των τριφασικών ελαιοτριβείων και δεδομένου ότι η νομοθεσία για την διάθεση των υγρών αποβλήτων έγινε πολύ αυστηρή, η μόνη διέξοδος είναι η μετατροπή των ελαιοτριβείων από 3φασικά σε 2φασικά, καθώς από τα τελευταία υπάρχουν ελάχιστα υγρά απόβλητα (μόνο από την πλύση του ελαιοκάρπου), τα οποία άλλωστε δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον. Από τα 2φασικά όμως ελαιοτριβεία παράγεται ένα απόβλητο, ο ελαιοπυρήνας με υψηλό ποσοστό υγρασίας (περίπου 60-75%), ο οποίος προωθείται σε μονάδες ξήρανσης (πυρηνελαιουργεία).
Από τη στιγμή που επιλέχτηκε η σταδιακή μετατροπή των τριφασικών ελαιοτριβείων σε διφασικά, ουσιαστικά ελαχιστοποιείται η ρύπανση του εδάφους και των υδάτινων αποδεκτών, αλλά αυτή μεταφέρεται -μέσω πυρηνελαιουργείων-στον αέρα. Επιπλέον, η μεγάλη διασπορά την ρύπανσης των υγρών αποβλήτων ανά το νομό συγκεντρώθηκε με τη μορφή αέριων ρύπων σε λίγες μονάδες και σε  πολύ συγκεκριμένα σημεία.
Να εμβαθύνουμε στο θέμα
Το πρόβλημα των οσμών στα απαέρια της ξήρανσης διφασικού ή και τριφασικού πυρήνα είναι αρκετά περίπλοκο και σίγουρα ελλιπώς μελετημένο. Ακόμη και εάν δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες που να προσδιορίζουν την επίδραση των συγκεκριμένων ρύπων στην υγεία των πολιτών δεν παύει οι οσμές να αποτελούν ένα δυσάρεστο πρόβλημα.
Η περιοδικότητα του φαινομένου και η ανοχή εκ μέρους των φορέων όχι μόνο διευκολύνει αλλά και ενθαρρύνει τη συνέχιση του προβλήματος. Για να δοθεί λύση αναγκαία προϋπόθεση είναι η βούληση των ιδιοκτητών να κατανοήσουν το πρόβλημα και να επενδύσουν στον αναγκαίο εξοπλισμό.
Η πηγή των οσμών μπορεί να χωριστεί σε δύο κατηγορίες:
A.      Οσμές από πτητικές οργανικές ουσίες, οι οποίες είτε υπάρχουν εξ’ αρχής στον ελαιοπυρήνα (π.χ. οργανικά οξέα), είτε κυρίως παράγονται λόγω βιολογικών δράσεων κατά τη φάση της προσωρινής αποθήκευσης του ελαιοπυρήνα (π.χ. οργανικά οξέα, μέθυλ- και αίθυλεστέρες, μερκαπτάνες, αμμωνία, υδρόθειο, κ.α.). Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ πιο έντονο στους διφασικούς ελαιοπυρήνες γιατί περιέχουν περισσότερη υγρασία και μεγαλύτερες ποσότητες σακχάρων που ευνοούν τις βιολογικές ζυμώσεις.
B.      Οσμές που παράγονται κατά τη ξήρανση λόγω τοπικής υπερθέρμανσης του ελαιοπυρήνα, οπότε γίνονται αντιδράσεις πυρόλυσης, συμπύκνωσης, όξινης υδρόλυσης κ.α. και παράγεται πλήθος δύσοσμων οργανικών ενώσεων (φουράνια, ακρολεΐνες) και κάθε είδους Πολυκυκλικοί Αρωματικοί Υδρογονάνθρακες (ΠΑΥ), που εκτός της δυσοσμίας υποβαθμίζουν και την ποιότητα του τελικού προϊόντος. [Να σημειωθεί ότι οι ΠΑΥ θεωρούνται καρκινογόνοι και η συγκέντρωσή τους στα τρόφιμα ελέγχεται από την Ε.Ε.].
Ο διφασικός ελαιοπυρήνας είναι πιο προβληματικός, καθώς λόγω των σακχάρων που περιέχει, είναι πιο κολλώδης, με αποτέλεσμα να κολλάει στα τοιχώματα του τυμπάνου ξήρανσης και να υπερθερμαίνεται. Επιπλέον, η μεγαλύτερη υγρασία που περιέχει ο διφασικός ελαιοπυρήνας, καθιστά την ξήρανσή του δυσκολότερη, απαιτώντας υψηλότερες θερμοκρασίας ή και χρόνους επαφής, εντείνοντας έτσι το πρόβλημα της εμφάνισης ΠΑΥ.
Για τον έλεγχο των οσμών υπάρχει ελάχιστη βιβλιογραφία. Πάντως, απαιτείται σίγουρα κυκλώνας για την απομάκρυνση του μεγαλύτερου μέρους των αιωρούμενων σωματιδίων, καθώς και κάποιο φίλτρο, είτε βιολογικό ή και με τη χρήση αλκαλικού προσροφητικού για τη δέσμευση και απομάκρυνση των οργανικών και ανόργανων αυτών ενώσεων. Η αποτελεσματικότητα των μεθόδων αυτών δεν είναι πιστοποιημένη, καθώς δεν έχει υπάρξει εμπεριστατωμένη έρευνα μέχρι σήμερα για τον συγκεκριμένο τρόπο ξήρανσης του διφασικού ή του τριφασικού ελαιοπυρήνα, ενώ στην περίπτωση των φίλτρων μπορεί να παράγεται και κάποιο υγρό ή στερεό απόρρευμα, το οποίο να απαιτεί περεταίρω διαχείριση.
Τι πρέπει να κάνουμε
1.      Αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης: Ποιοτικός και ποσοτικός χαρακτηρισμός τον εκπομπών (π.χ. σύσταση, ογκομετρική παροχή, υγρασία, σωματίδια, θερμοκρασία και χαρακτηρισμός οσμής). Στόχος η αναγνώριση των ρύπων, η κατανόηση του προβλήματος σε τεχνική βάση και καθορισμός του ελάχιστου απαιτούμενου ποσοστού μείωσης ρύπων και οσμών.
2.      Επιλογή της βέλτιστης διαθέσιμης τεχνολογικής λύσης, βάση της υφιστάμενης κατάστασης για την επίτευξη των ελαχίστων ποσοστών μείωσης.
3.      Προκαταρκτικός σχεδιασμός, πειραματική ανάπτυξη και πιλοτική εφαρμογή.
4.      Τελική εγκατάσταση των συστημάτων αντιρρύπανσης, εφόσον έχουν υλοποιηθεί τα προηγούμενα στάδια και έχει επιλεγεί η καταλληλότερη τεχνολογία.
Αντίστοιχη εμπειρία από έργα του εξωτερικού, μπορεί να αξιοποιηθεί για την ταχύτερη και ασφαλέστερη εξεύρεση λύσης. Σε αντίστοιχες μονάδες ξήρανσης ελαιούχων σπόρων έχουν εγκατασταθεί συστήματα βιοφίλτρων για τις οργανικές αέριες ενώσεις και πλυντηρίδες αλκαλικού προσροφητικού για το υδρόθειο. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται ιδιαίτερη αντιμετώπιση για διαφορετικό είδος ελαιούχου υλικού προς ξήρανση, για διαφορετική τεχνολογία ξήρανσης, καθώς και για διαφορετικές θερμοκρασίες ξήρανσης.
Παράλληλα, μπορεί να διερευνηθούν και άλλες πρακτικές για την μείωση των περιβαλλοντικών οχλήσεων όπως:
•        Ανάκτηση ενέργειας από τους υδρατμούς (μείωση των επιπτώσεων στο μικροκλίμα της περιοχής) με συμπύκνωση των υδρατμών και κατεργασία τους πλέον ως υγρού αποβλήτου, με ταυτόχρονη μείωση των αερίων ρύπων.
•        Προξήρανση ελαιοπυρήνα σε αποκεντρωμένες μονάδες κατά ομάδες ελαιοτριβείων για την έγκαιρη επεξεργασία του ελαιοπυρήνα και τον επιμερισμό των ρύπων.
•        Διερεύνηση βελτιωμένων τεχνολογιών ξήρανσης σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, που συνεπάγεται μικρότερη παραγωγή ΠΑΥ και επομένως καλύτερη ποιότητα απαερίων και τελικού προϊόντος (πυρηνελαίου).
•        Διερεύνηση εναλλακτικών τρόπων χρήσης του ελαιοπυρήνα που δεν απαιτεί εκτεταμένη ξήρανση για διάθεση του ως ζωοτροφή , εδαφοβελτιωτικό εδάφους και χρήση ως βιοκαυσίμου.
•        Συνδυασμός όλων των προηγούμενων μεθόδων.
Πώς μπορούμε να το κάνουμε
I.       Υπάρχουν ευρωπαϊκά Προγράμματα Ανάπτυξης Βιομηχανικής Έρευνας και Τεχνολογίας (ΠΑΒΕΤ), επιδοτούμενα έως 70 %, με τα οποία οι επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων -σε συνεργασία με ερευνητικά κέντρα ή πανεπιστήμια και την τοπική ή αποκεντρωμένη αυτοδιοίκηση- θα μπορούσαν να υλοποιήσουν ερευνητικές μελέτες για την αναγνώριση των ρύπων και την πειραματική ανάπτυξη συστημάτων επεξεργασίας τους.
II.      Διερεύνηση εθνικών ή και ευρωπαϊκών προγραμμάτων χρηματοδότησης (LIFE, Eco-innovation) για την εγκατάσταση συστημάτων αντιρρύπανσης που θα έχουν προκύψει από προηγούμενη ερευνητική δραστηριότητα.
III.    Διερεύνηση του επιπλέον κόστους χρηματοδότησης της εγκατάστασης και λειτουργίας των συστημάτων αντιρρύπανσης μέσω επιβολής ενός τέλους (π.χ. 1 λεπτό ανά κιλό παραγόμενου ελαιολάδου), κάτι αντίστοιχο με το τέλος καταπολέμησης του δάκου.
Σκοπός του κειμένου αυτού δεν είναι να προσδιορίσει τις μεθόδους αντιμετώπισης του προβλήματος, αλλά να δώσει τα ερεθίσματα για έναν διάλογο γύρω από αυτό. Άλλωστε, η επιστημονική κοινότητα έχει δώσει λύσεις σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
Αξιοποιώντας τα ευρωπαϊκά προγράμματα, με τη συνδρομή του (ικανού) ελληνικού ερευνητικού δυναμικού, οι εγχώριες επιχειρήσεις με την κατασκευή των συστημάτων αντιρρύπανσης μπορούν να συνεισφέρουν στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ανάπτυξη της χώρας.
Ο τομέας της ελαιουργίας είναι πολύ σημαντικός για την οικονομία της περιοχής μας, γι’ αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό ότι είναι απαραίτητη η συμμετοχή όλων των μερών που εμπλέκονται σε αυτόν, ώστε να βρεθεί η καταλληλότερη λύση για την διάθεση των αποβλήτων σε κάθε περιοχή.
Τουλάχιστον, ας κάνουμε μια ουσιαστική αρχή και να σκύψουμε πάνω στο πρόβλημα, διότι απαιτείται σημαντικός χρόνος για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων συμπεριλαμβανομένης της εμπεριστατωμένης έρευνας, αφήνοντας στην άκρη τις ενέργειες διαφόρων πολιτικών παραγόντων, που αντί να φροντίσουν να ενεργοποιήσουν τους εμπλεκόμενους φορείς να ασχοληθούν με το πρόβλημα οδηγώντας τους στην εξεύρεση λύσεων, επιδίδονται σε επικοινωνιακά κόλπα, ελλείψει τεχνικής παιδείας, που μόνο λύσεις δεν δίνουν, αλλά εμποδίζουν την σοβαρή ενασχόληση με τέτοιου είδους ζητήματα.

*Δημοτικός σύμβουλος Καλαμάτας