Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015 23:54

«Επικοινωνία» και εξωστρέφεια της αγροτικής μας παραγωγής

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Του Δρ. Δημήτριου Π. Πετρόπουλου*
Το τελευταίο διάστημα διαπιστώνουμε ότι ενισχύονται οι απόψεις, αλλά και οι προσπάθειες για την ανάγκη, αλλά και για τις δυνατότητες που υπάρχουν για την εξωστρέφεια της αγροτικής μας παραγωγής. Δηλαδή για τις εξαγωγές μεταποιημένων και τυποποιημένων αγροτικών προϊόντων. Είναι όντως γεγονός ότι...

...οι δυνατότητες είναι αρκετές, αλλά δεν αρκεί μόνο η επιθυμία ή η μίμηση των άλλων.
Αυτή η στροφή προς τα έξω, έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια με την οικονομική κρίση. Βέβαια ανέκαθεν γίνονται προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση – εκτός των μεμονωμένων επιχειρήσεων - μέσω συλλογικών προσπαθειών (επιμελητήρια, νομαρχίες, περιφέρειες, υπουργεία κλπ) για συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις, για διμερής συναντήσεις κλπ.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο είναι αποτελεσματικές οι παραπάνω προσπάθειες, κατά πόσο υπάρχει μέτρηση της αποτελεσματικότητας, αλλά και κατά πόσο είμαστε προετοιμασμένοι για να ανταποκριθούμε ουσιαστικά σε μια συνάντηση στο εξωτερικό ή σε μια συνεργασία με πελάτες μας ή εν δυνάμει πελάτες μας στο εξωτερικό. Κατά πόσο η προετοιμασία μας έχει γίνει βάσει εμπειρικής γνώσης κάποιων ή από την παραβολή στοιχείων που αφορούν «παρόμοια» προϊόντων ή «παρόμοιες» αγορές ή η προετοιμασία μας είναι αποτέλεσμα αξιολόγησης και καταγραφής πολλών θεμάτων τα οποία στο τέλος θα καταδεικνύουν την ετοιμότητα μας για εξαγωγές.
Την εξωστρέφεια αυτή μπορούμε να την διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες.
Πρώτη: υπό την αιγίδα φορέων. Δεύτερη: ατομικές συμμετοχές και πρωτοβουλίες. Σαν διαδικασία εξωστρέφειας θα πρέπει να ορίσουμε την προώθηση (γνωστοποίηση) των προϊόντων μας και των υπηρεσιών μας σε νέες αγορές. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι οι πωλήσεις και κυρίως οι μόνιμες πωλήσεις (μόνιμες συνεργασίες) στο εξωτερικό. Ο τρόπος αυτός γίνεται με τη συμμετοχή σε εκθέσεις, αποστολές, διμερείς συναντήσεις κλπ.
Η πρώτη κατηγορία έχει να καταδείξει αρκετή δραστηριότητα σε επίπεδο χώρας (δήμοι, περιφέρειες, φορείς κλπ). Δηλαδή συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις, οικονομικές αποστολές, συναντήσεις κλπ. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η αποτελεσματικότητα αυτών είναι μετρήσιμη και αν ναι, ποια είναι τα αποτελέσματα.
Επίσης ένα άλλο ερώτημα είναι κατά πόσο κάποιος (οργανωτής, συμμετέχων) είναι προετοιμασμένος να συναναστραφεί με αξιώσεις για ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Κατά πόσο είμαστε γνώστες της κουλτούρας της χώρας που θα επισκεφτούμε και κατά πόσο είμαστε προετοιμασμένοι.
Η δεύτερη κατηγορία – η οποία προφανώς είναι πιο στοχευόμενη και αποτελεσματική – αντιμετωπίζει μια σειρά αντικειμενικές αδυναμίες. Οι αδυναμίες αυτές προέρχονται από το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που μεταποιούν και εξάγουν αγροτικά προϊόντα. Τα μεγέθη, οι δυνατότητες, οι γνώσεις των μεταποιητικών επιχειρήσεων αγροτικών προϊόντων με εξαγωγικό προσανατολισμό δεν επαρκούν να εκτιμήσουν, αξιολογήσουν και αντιμετωπίσουν τα δεδομένα που διαγράφονται σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, με τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία , με τις διαφοροποιημένες προτιμήσεις των καταναλωτών και τέλος με τη μεγάλη εμπειρία των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων από άλλες χώρες.

Τις παραπάνω αδυναμίες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να τις αντιμετωπίσουν με δυο τρόπους. Ο πρώτος τρόπος είναι μέσω των συλλογικών τους φορέων να διερευνήσουν τις αγορές στόχους (έρευνα αγοράς, αξιολόγηση ανταγωνιστών, παρουσία σε εκθέσεις κλπ). Ο τρόπος αυτός είναι δύσκολος – για τα ελληνικά και κυρίως για τα δεδομένα-νοοτροπία της νότιας Ελλάδας. Απαιτεί συλλογικές προσπάθειες, μακριά από μικροσυμφέροντα και σκοπιμότητες. Επίσης απαιτεί χρόνο μέχρι να αποδώσει. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι οι ανταγωνιστές μας στις διεθνείς αγορές, έχουν πλέον αποκτήσει εμπειρία περίπου μισού αιώνα στην προώθηση των προϊόντων τους στις διεθνείς αγορές.
Ο δεύτερος τρόπος, στοχεύει να «αντιμετωπίσει» τις παραπάνω αδυναμίες, αλλά και να αξιοποιήσει ένα βασικό εργαλείο προώθησης προϊόντων – τη διαφοροποίηση. Η διαφοροποίηση, μπορεί να στηριχτεί μέσω της ανάδειξης της τοπικότητας, άρα της μοναδικότητας και της ικανοποίησης της ανάγκης των καταναλωτών, οι οποίοι «αγοράζοντας» ένα τοπικό προϊόν, θέλουν πρόσβαση, στην ιστορία, στην παράδοση, στον πολιτισμό, στις αξίες. Για να αναδειχθούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της τοπικότητας των αγροτικών προϊόντων, απαιτείται αυξανόμενος προβληματισμός για την ασφάλεια και την θρεπτική αξία των τροφίμων και αυξημένη ζήτηση.
Τα παραπάνω υφίστανται στις διεθνείς αγορές, άρα οι εξαγωγικές επιχειρήσεις θα πρέπει να τα αξιοποιήσουν. Βέβαια η τοπικότητα δεν είναι πανάκεια. Δεδομένου ότι η χώρα μας, ενώ κατέχει την πέμπτη θέση στην Ε.Ε. στα προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ (συγκεκριμένα 101 ελληνικά προϊόντα),της αντιστοιχεί μόνο το 1,3% της αξίας των παραπάνω προϊόντων στο σύνολο της ΕΕ.
Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι παραμένει, η βασική αδυναμία των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων, που είναι το μικρό μέγεθος και η περιορισμένη εξαγωγική διείσδυση.
Ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπιστεί η παραπάνω αδυναμία είναι η κατάλληλη προετοιμασία μέσω κοινών πρωτοβουλιών ή και μέσω κρατικής κατεύθυνσης / ενίσχυσης. Δηλαδή η από κοινού (συλλογικά ή μέσω τοπικών ή κρατικών φορέων): επιλογή αγορών στόχων, εκπόνηση έρευνας αγοράς, ανάλυση ανταγωνιστών, εκπόνηση σχεδίων προώθησης, διαφημιστική καμπάνια, συμμετοχή σε εκθέσεις. Τα παραπάνω έχουν παρατεθεί με σειρά σπουδαιότητας για ένα ουσιαστικό εξαγωγικό προσανατολισμό.
Δυστυχώς στην πράξη υλοποιείται μόνο το τελευταίο (συμμετοχή σε εκθέσεις) και το οποίο το καθιστά αναποτελεσματικό και ίσως και μερικές φορές και επικίνδυνο.

*Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωργικής Οικονομίας ΤΕΙ Πελοποννήσου