Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012 02:30

Ανεβαίνοντας στο βουνό των Θεών

Του Ηλία Σπηλιώτη, μέλους 
Δ.Σ. Ε.Ο.Σ. Καλαμάτας

Από τις πρώτες, κιόλας, μέρες που γράφτηκα στον Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο Καλαμάτας, ένα χρόνο πριν, αφουγκραζόμουν γοητευμένος τις αφηγήσεις των παλιότερων από τις εξορμήσεις τους στον Όλυμπο. Δεν ξέρω αν ήμουν επηρεασμένος απ’ τη Μυθολογία που λατρεύω ή αν οι ίδιοι περιέγραφαν τόσο όμορφα. Ξέρω, όμως, ότι κάθε φορά που επισκεπτόμουν τα γραφεία του Συλλόγου και απολάμβανα μαζί με τους υπολοίπους μια κούπα ζεστό τσάι, προκαλούσα συζητήσεις για το βουνό των θεών.

Περιττό, λοιπόν, να σας περιγράψω την ανυπομονησία μου τη μέρα που καταρτιζόταν το φετινό πρόγραμμα εξορμήσεων του Συλλόγου. Τελικά, η πολυπόθητη αποστολή προγραμματίστηκε για το τριήμερο 22-24 Ιουνίου και εγώ, από εκείνη ακριβώς τη στιγμή, βάλθηκα να μετρώ το χρόνο αντίστροφα, σαν το φαντάρο που περιμένει την απόλυση.
Οι οδηγίες των αρχηγών λίγες μέρες πριν την αναχώρηση ήταν σαφείς: απαραίτητος ο χειμερινός εξοπλισμός, ισοθερμικά ρούχα, σκηνές, χειμερινοί υπνόσακοι, ζεστά ρούχα κτλ… «Μα καλά, μεσ’ το ντάλα καλοκαίρι;», αναρωτιόμουν…
Το μεσημέρι της Παρασκευής 22 Ιουνίου, επιτέλους, έφτασε! Στα γραφεία του Ε.Ο.Σ. Καλαμάτας, απ’ όπου θα ξεκινούσε η αποστολή, μαζευτήκαμε 23 άτομα, εν πλήρη εξαρτήσει: σάκοι, υπνόσακοι, σκηνές, κράνη, σκοινιά, γάντζοι και καθετί απαραίτητο. Ο βαρύς εξοπλισμός φορτώθηκε γρήγορα στα ειδικά διαμορφωμένα αυτοκίνητα και ξεκινήσαμε για το βουνό των Θεών.
Με καλή παρέα, συντροφικότητα, μουσική, τραγούδι, αστεία και πολύ κέφι, η  εννιάωρη διαδρομή μέχρι το γραφικό Λιτόχωρο πέρασε πιο γρήγορα από ότι περιμέναμε. Εκεί, κοντά μεσάνυχτα, έγινε μια μεγάλη στάση για φαγητό, ανασύνταξη και συζήτηση των τελευταίων λεπτομερειών της αποστολής. Η ομάδα χωρίστηκε σε τρεις μικρότερες ομάδες: μία ομάδα αναρριχητών, που θα «έζωναν» το βουνό με σχοινιά, επιδιδόμενοι στην αγαπημένη τους ενασχόληση, και δύο ομάδες ορειβατών, που θα ανέβαιναν το βουνό ξεκινώντας από δύο διαφορετικές αφετηρίες και ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές: η μία από «Κοκκινοπυλό» και η άλλη από «Γκορτζιά». Έτσι, λοιπόν, η διανυκτέρευση έγινε σε τρία διαφορετικά σημεία.
Η ομάδα που ήμουν εγώ διανυκτέρευσε στη θέση «Γκορτζιά», σε ένα όμορφο ξέφωτο του δάσους, στους πρόποδες του Ολύμπου. Παρά την κούραση από το πολύωρο και κοπιαστικό ταξίδι, η ομορφιά του τοπίου, που αναδεικνυόταν απ’ το φως του φεγγαριού, αλλά και η ανυπομονησία για τη μεγάλη μέρα που ξημέρωνε, δε μ’ άφησαν να κλείσω μάτι! Πριν το χάραμα, η ομάδα ήταν, ήδη, στο πόδι και λίγη ώρα αργότερα περπατούσαμε στο ανηφορικό μονοπάτι που - ξεκινώντας από τα 1000, περίπου, μέτρα υψόμετρο - οδηγούσε στο δάσος.
Απ’ την πρώτη στιγμή οι εικόνες που αντικρίσαμε ήταν υπέροχες: πανύψηλες οξιές, αιωνόβια πεύκα, πυκνόφυλλες φτέρες, σαγηνευτικές άγριες ορχιδέες και διάσπαρτες αγριοφράουλες μάς υποδέχονταν στο βασίλειό τους.  Συχνά-πυκνά παραμερίζαμε για να μας προσπεράσουν τα μουλάρια που αγόγγυστα μετέφεραν σακίδια και προμήθειες στα καταφύγια της κορυφής. Η ομορφιά του δασώδους τοπίου ήταν τέτοια που, πολλές φορές, ανάγκαζε τα πόδια να στυλώνονται στο ανηφορικό έδαφος, προκειμένου να «ρουφήξουμε» λίγη από τη  μοναδικότητα του κατωφλιού του βουνού, την οποία μάταια οι φωτογραφικές μηχανές προσπαθούσαν να απαθανατίσουν. Ανεβαίνοντας, η δύναμη του βουνού και η προσδοκία του τί θα αντικρίζαμε στη συνέχεια μάς έδιναν φτερά. Μετά από πέντε ώρες ανάβασης ανταμώσαμε με το πρώτο καταφύγιο που βρίσκεται στη θέση «Πετρόστρουγκα», όπου πήραμε τις απαραίτητες ανάσες για την ακόμα πιο δύσκολη, αλλά συνάμα και πιο μαγευτική, συνέχεια.
Αποχαιρετώντας το καταφύγιο, τα δέντρα άρχισαν σιγά-σιγά να αραιώνουν μαρτυρώντας την αύξηση του υψομέτρου. Στο διάβα μας συναντούσαμε, πλέον, όλο και περισσότερους συνοδοιπόρους που ανέβαιναν κι αυτοί στην κορυφή για να παραβρεθούν σε έναν γάμο - αλλιώτικο απ’ τους άλλους - που θα γινόταν την επομένη στην κορυφή του Προφήτη Ηλία. Οι εναλλαγές του τοπίου διαδέχονταν εντυπωσιακά η μια την άλλη, μη αφήνοντας τη ματιά να ξεκολλήσει από πάνω τους: αραιό δάσος, θαμνώδες έδαφος, ημιαλπικό τοπίο και μετά πάλι πυκνό δάσος, ανέγγιχτο από ανθρώπου χέρι, συνέθεταν μια  - μοναδικού κάλλους – ανάβαση στο μεγαλύτερο Εθνικό Δρυμό της Ελλάδας.
Πολλά βήματα μετά – σε κάτι τέτοιες στιγμές ο χρόνος σταματά και όλα μετριούνται σε βήματα – χαμηλοί άνυδροι θάμνοι και ανθεκτικές πόες που θρασύτατα ξεπρόβαλλαν απ’ το πετρώδες έδαφος, σηματοδοτούσαν την είσοδό μας στην αλπική ζώνη. Ακριβώς από κάτω μας, η χρυσαφένια ακτογραμμή της Πιερίας και ο απαστράπτον - απ’ τις καυτές ακτίνες του ήλιου, που βασανιστικά μας ακολουθούσε - Θερμαϊκός Κόλπος συνέθεταν έναν πανέμορφο καμβά που θαυμάζαμε ακροβατώντας, πια, στη συννεφοσκέπαστη ράχη του βουνού. Το μονοπάτι μάς οδηγούσε στην κορυφογραμμή, στο τέλος της οποίας ξεπρόβαλλε επιβλητικός ο «Θρόνος του Δία». Και τότε ήταν που οι κουβέντες και τα πειράγματα λιγόστεψαν, οι στάσεις για φωτογραφίες κι αγνάντιο γίνονταν ολοένα και πιο συχνές και οι μαθητικές θύμησες απ’ τη Μυθολογία άρχισαν να στοιχειώνουν. «Τελικά, αυτό είναι, πράγματι, το βουνό των δώδεκα θεών… Δεν θα μπορούσαν να ζήσουν αλλού…», μονολογούσα… Πώς, όμως, να χωρέσουν όλα τούτα σε μια φωτογραφία; Πώς να «παγώσεις» το χρόνο παγιδεύοντας τόση ομορφιά και μύριες σκέψεις σε ένα «καρέ»;
Το μονοπάτι της κορυφογραμμής μάς οδήγησε βιαστικά στο «Οροπέδιο των Μουσών». Εκεί, αυτό που αντίκρισαν τα μάτια μας ήταν ανείπωτο! Ένα καταπράσινο, μαλακό χαλί από πόες στρώθηκε στο διάβα μας, με ταιριαστά τελειώματα - δεξιά και αριστερά - από απόκρημνα βράχια και κραταιές «χιονούρες» (δηλ. «γλώσσες» από «αιωνόβια» χιόνια), που κατέληγε στον αγέρωχο «Θρόνο του Δία», ένα φυσικό, επιβλητικό σκάλισμα της κορυφής που μοιάζει με πλάτη θρόνου, λες και είναι σμιλευμένο απ’ τον κεραυνό του Θεού των Θεών… Και ενδιάμεσα, ξεφύτρωναν τα καταφύγια του «Κάκκαλου» και του «Αποστολίδη», που ήταν και το τέρμα της διαδρομής της ημέρας.
Φτάνοντας στο «Καταφύγιο του Κάκκαλου», όπου θα διανυκτερεύαμε, το κρύο έχει αρχίσει να γίνεται ολοένα και πιο έντονο. Τότε μόνο κατάλαβα γιατί οι αρχηγοί της αποστολής επέμεναν τόσο για το χειμερινό εξοπλισμό. Απ’ τους 30ο C της αφετηρίας, βρεθήκαμε - μετά από εννιά ώρες ανάβασης - στην κορυφή, στους 4ο C! Αφού πήραμε μια ανάσα από την κοπιαστική ανάβαση και στήσαμε τις σκηνές για το βραδινό ύπνο, κάποια άτομα από την ομάδα μας ανέβηκαν στο Μύτικα, την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου στα 2.918 μέτρα! Με το πρώτο σκοτάδι, και οι 23 συναντηθήκαμε στα ριζά του «Θρόνου του Δία» όπου - πίνοντας μια κούπα ζεστό τσάι - ανταλλάξαμε εντυπώσεις απ’ τις διαφορετικές διαδρομές που ακολουθήσαμε και προγραμματίσαμε την κατάβαση της επόμενης μέρας. Στη συνέχεια, αφού απολαύσαμε το φαγητό και τη ζεστασιά του καταφυγίου, παρέα με το κέφι του Μιχάλη και των παιδιών που δουλεύουν εκεί, γείραμε κατάκοποι για ύπνο κρατώντας ως τελευταία εικόνα τον καθάριο έναστρο ουράνιο θόλο.
Λίγες, μόνο, ώρες ύπνου ήταν αρκετές για να πάρουν απ’ τα κουρασμένα μας κορμιά τον κάματο της πρώτης μέρας.  Τα βλέφαρα άνοιξαν, αναντίρρητα, όταν η πλουμιστή κουρτίνα του λυκόφωτος έπεσε στο οροπέδιο, βάφοντας με παλ χρώματα τον άγριο ορίζοντα και συνθέτοντας εικόνες μοναδικής ομορφιάς. «Ό,τι πρέπει για φωτογράφιση», σκέφτηκα…
Από τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής στο καταφύγιο διέκρινε κανείς μια κινητικότητα.  Ήταν η μέρα του 9ου Μαραθωνίου του Ολύμπου, στον οποίο συμμετείχαν πάνω από πεντακόσιοι υπεραθλητές απ’ όλον τον κόσμο, οι οποίοι - ξεκινώντας από το αρχαίο Δίον – θ’ ανέβαιναν τρέχοντας ως την κορυφή του Ολύμπου και στη συνέχεια θα κατέβαιναν τερματίζοντας στο Λιτόχωρο! Στο καταφύγιο είχε στηθεί ένα πρόχειρος σταθμός ανεφοδιασμού των μαραθωνοδρόμων και έτσι είχαμε την ευκαιρία να δούμε τους πρώτους από κοντά.
Αφού πέρασαν οι πρώτοι αθλητές, πήραμε και εμείς το δρόμο της επιστροφής, ακολουθώντας διαφορετική πορεία απ’ αυτήν που ανεβήκαμε. Αυτή τη φορά το στενό, αφιλόξενο μονοπάτι μάς πέρασε απ’ την κόγχη του «Θρόνου του Δία» και απ’ τη λόγχη του Μύτικα, έχοντας από τη μια τα απόκρημνα και επιθετικά βράχια και απ’ την άλλη το απόλυτο κενό που κατέληγε, στο βάθος, σε μια χιονισμένη κοιλότητα του εδάφους. Το σαθρό έδαφος που πολλές φορές υποχωρούσε στο πέρασμά μας αλλά και οι μαραθωνοδρόμοι που κατά κύματα μας πρόφταιναν, έκαναν την κατάβαση ακόμα πιο δύσκολη αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Το μυστικό ήταν να μην παρασυρθούμε απ’ τις Σειρήνες του Ολύμπου και να κρατήσουμε τη ματιά μας προσηλωμένη εκεί που πατούσαμε… Πράγμα εξαιρετικά δύσκολο…
Κατεβαίνοντας προς τη θέση «Πριόνια», όπου και θα ολοκληρωνόταν αυτή η πρωτόγνωρη - για μένα - εμπειρία, η κλίση του βουνού και ο καυτός ήλιος δυσχέραιναν ακόμα περισσότερο την πορεία μας, κάνοντας κάποιους «πρωτάρηδες» απ’ την ομάδα να λιγοψυχήσουν. Έτσι, κάποιοι «παλιότεροι» μείναμε πίσω προκειμένου να είμαστε δίπλα τους, να τους βοηθάμε και να τους εμψυχώνουμε για να συνεχίσουν. Στην προσπάθειά μας αυτή, έσπευσε, πρόθυμα, να βοηθήσει και το τοπίο, εναλλάσσοντας την αλπική ζώνη, όπου ώρες τώρα βαδίζαμε, σ’ ένα πυκνό και σκιερό δάσος. Έτσι, το «Καταφύγιο Ζολώτα», φωλιασμένο σε μια συστάδα πανύψηλων δέντρων, ήταν μια πραγματική όαση στο διάβα μας. Η παχιά σκιά των δέντρων και το παγωμένο νερό της πηγής, απ’ τα σπλάχνα του Ολύμπου, έδωσαν πολύτιμες ανάσες στην ομάδα.
Αφήνοντας πίσω το καταφύγιο, οι θεοί μάς επιφύλασσαν μία ακόμη έκπληξη προκειμένου να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον της κατάβασης. Μας «έριξαν», ξεπροβοδίζοντάς μας, στο  Φαράγγι του ποταμού Ενιπέα! Και εδώ οι εναλλαγές του τοπίου ήταν μοναδικές: το στενό μονοπάτι μάς οδηγούσε απ’ τη μια σε βαθύσκιωτα δάση και απ’ την άλλη μάς ανάγκαζε να διασχίσουμε τεράστιες «γλώσσες» χιονιού σε ανήλιαγα λούκια. Εικόνες, που ο ανθρώπινος νους είναι δύσκολο να συγκρατήσει…
Αφιονισμένοι απ’ το ανείπωτο κάλλος, σταματήσαμε μονάχα όταν τα πόδια μας άγγιξαν τα κρυστάλλινα νερά του Ενιπέα. Τούτη, ίσως, να ήταν, εξ αρχής, η συμφωνία μας με τους θεούς, ως αντάλλαγμα των όσων ζήσαμε στο βασίλειό τους: πριν επιστρέψουμε στη «θνητή» μας καθημερινότητα, να εξαγνίσουμε στα παγωμένα νερά του ποταμού όλα εκείνα που είδαμε, ακούσαμε και νιώσαμε στον Όλυμπο…
Με αυτή την τελευταία εικόνα βαθιά χαραγμένη μέσα μας αποχαιρετίσαμε τον Όλυμπο. Τον αποχαιρετίσαμε; Όχι, βέβαια… «Όποιος ανέβει μία φορά στον Όλυμπο, εκείνος θα τον ακολουθεί για πάντα!», λένε οι ορειβάτες…
Καλή αντάμωση!