Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018 19:08

Ο Γ. Κατρούγκαλος εκπρόσωπος στην άτυπη σύνοδο των πρωθυπουργών των Δυτ. Βαλκανίων

ΣΤΟ ΔΥΡΡΑΧΙΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ 
Με τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών και βουλευτή Μεσσηνίας, Γιώργο Κατρούγκαλο ως εκπρόσωπο του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, πραγματοποιήθηκε στο Δυρράχιο της Αλβανίας σήμερα η νέα Άτυπη Σύνοδος των Πρωθυπουργών των Δυτικών Βαλκανίων. Ο Γιώργος Κατρούγκαλος τόνισε ότι η Ελλάδα με συγκεκριμένες πράξεις στηρίζει την προοπτική της ενσωμάτωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, ενώ σημείωσε ότι η πορεία αυτή συνδέεται με την επένδυση στο εργατικό δυναμικό των χωρών αυτών ώστε να μην αποτελέσει δεξαμενή φθηνών εργαζομένων για τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης…

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του γραφείου του, “ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών  κ. Γιώργος Κατρούγκαλος εκπροσώπησε τη χώρα μας στην άτυπη σύνοδο των Πρωθυπουργών των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων (WB6) στο Δυρράχιο της Αλβανίας.

Αντικείμενο της συνόδου ήταν η προώθηση της περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης της περιοχής. Ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών στην τοποθέτηση του αναφέρθηκε στην πάγια ελληνική θέση υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής των Βαλκανικών χωρών, με ιδιαίτερη έμφαση στις πρόσφατες πρωτοβουλίες για την προώθηση της πολιτικής σταθερότητας και οικονομικής συνεργασίας στην περιοχή. Προεξάρχον παράδειγμα της πολιτικής αυτής ήταν η συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα όμως έχει αναπτύξει συστηματικά τις διμερείς και πολυμερείς σχέσεις της με όλες τις χώρες της περιοχής και έχει συνάψει συμφωνίες μεταφοράς τεχνογνωσίας και υποστήριξης με όλες τις υπό ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βαλκανικές χώρες. Σε ό,τι αφορά το οικονομικό πεδίο υποστηρίζει και προωθεί ένθερμα πολιτικές ολοκλήρωσης και δια συνδεσιμότητας, ιδίως στους τομείς των μεταφορών και της ενέργειας.

Ο κ. Κατρούγκαλος υποστήριξε, επίσης, ότι παράλληλα με την οικονομική και την οικονομική διάσταση της ανάπτυξης ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί και στην κοινωνική της πλευρά. Δεν θα είναι προς όφελος των λαών της περιοχής να αποτελέσουν δεξαμενή φθηνού εργατικού δυναμικού για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα, θα πρέπει να επιδιώξουν να αναδείξουν τα στρατηγικά συγκριτικά τους πλεονεκτήματα στην βελτίωση της παραγωγικότητας, μέσω επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο και τις πολιτικές ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους και των δικαιωμάτων και δεξιοτήτων των εργαζομένων τους”.