Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012 03:31

Θέμα κατάργησης του Φεστιβάλ Χορού βάζει ο Ν. Φωτέας, που ζητάει να ξεκινήσει διάλογος

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΥΠΕΡΟΓΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΙ 
ΑΤΟΜΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ

Επανέρχεται ο επικεφαλής της «Πρωτοπορίας», Νίκος Φωτέας, στο ζήτημα του Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, υποστηρίζοντας  ότι το κόστος του είναι υπέρογκο σε σχέση με όσα κερδίζει η πόλη από αυτό. Υπαινίσσεται μάλιστα ότι η συνέχιση του Φεστιβάλ τελικά εξυπηρετεί κάποια ατομικά συμφέροντα εμπλεκομένων. Το αίτημά του είναι να ανοίξει διάλογος για τη συνέχιση ή όχι του Φεστιβάλ.

Στη νέα του παρέμβαση για το Φεστιβάλ ο επικεφαλής της Ανεξάρτητης Δημοτικής Παράταξης «Πρωτοπορία», Νίκος Φωτέας, σημειώνει: «Το Σάββατο 7 Ιουλίου δημοσιεύσαμε στον Τύπο ένα ζήτημα που αφορά την Καλαμάτα, το Δήμο και τα οικονομικά του. Πρόκειται για το «Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας», μια εκδήλωση που, μέχρι την δημοσίευση της επιστολής μας, παρέμενε στο απυρόβλητο της δημόσιας συζήτησης. Μερικοί υποκρίνονται ότι είναι «επιτυχημένο», άλλοι σιωπούν ενώ έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει. Όμως η μεγάλη πλειοψηφία των δημοτών, που πληρώνει αδρά μέσω της ΔΕΥΑΚ «τον πολιτισμό», δεν γνωρίζει πού, πώς, σε ποιους τομείς και σε ποια πρόσωπα επενδύονται τα χρήματα που καταβάλλουν διαρκώς και υποχρεωτικά εν είδη «Πολιτιστικού Τέλους» προκειμένου να αξιοποιηθούν στο έπακρο επιφέροντας το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα για το (πραγματικό και όχι υποθετικό) καλό του Κοινωνικού Συνόλου.
Εγώ προσωπικά και η Δημοτική μας Παράταξη «Πρωτοπορία», θεωρούμε ότι τέτοια ζητήματα που αφορούν έργα των οποίων το κόστος υπερβαίνει  το μισό εκατομμύριο ευρώ, θα πρέπει να τίθενται σε διαρκή δημόσια διαβούλευση και βάσανο ώστε να αποφασίζει το κοινωνικό σύνολο, και όχι μερικά πρόσωπα, εάν αποδίδουν και εάν θα εξακολουθήσουν να υφίστανται, επιβαρύνοντας πάρα πολύ τον δημοτικό προϋπολογισμό.  Συμφωνούμε ότι με πρωτοβουλία των δημοτικών αρχών και των παρατάξεων η πόλη θα πρέπει να δοκιμάζει καινούργια πράγματα που θα βελτιώνουν το πολιτιστικό επίπεδο των κατοίκων και θα αποδίδουν στην πόλη πολλαπλά οφέλη. Αν όμως κάποιες από αυτές τις επιλογές δεν φέρουν τα αναμενόμενα, θα πρέπει να υπάρχει το θάρρος και η εντιμότητα απέναντι στους δημότες μας, εφ όσον πρόκειται περί μιας διαρκούς αιμοδοσίας, να τη σταματούμε και να εξετάζουμε άλλες οδούς! Όλα αυτά με διαφάνεια και δημόσια συζήτηση, σε επίπεδο ακόμη και συμμετοχής δημοτών σε διευρυμένες συνεδριάσεις, επιζητώντας την όσο πιο μαζική διαβούλευση. Η εποχή μας, λόγω της τεχνολογίας, έχει τη δυνατότητα λήψης δημοκρατικών αποφάσεων για μεγάλα ζητήματα, κι αυτό θα έπρεπε να το επιδιώκουν ειλικρινώς οι δημοτικές αρχές δεδομένου ότι το βάρος είναι μεγάλο και δεν μπορούν μόνες τους και χωρίς τη συγκατάθεση των δημοτών, να το επωμιστούν.
Επανερχόμενος στις αντιδράσεις επί της επιστολής μας που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, επισημαίνω την άποψη του εκπαιδευτικού και περιφερειακού συμβούλου Θόδωρου Σταυριανόπουλου (10 Ιουλίου 2012, εφημ. «Θάρρος»), ο οποίος αφού μας συγχαίρει για την πρωτοβουλία μας να δημοσιεύσουμε τα οικονομικά στοιχεία «για το πάρτι» που γίνεται στο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, το οποίο είναι «διεθνές» μόνο σε επίπεδο επιλογής χορευτικών σχημάτων για συμμετοχή τους σε αυτό (φυσικά με την καταβολή ουδόλως ευκαταφρόνητης αμοιβής), καταλήγει με το υστερόγραφο: Η επιτυχία δεν είναι πηγή ικανοποίησης για ό,τι προηγήθηκε, αλλά πηγή υποχρέωσης για ό,τι πρέπει να ακολουθήσει.
Ενδιαφέρουσα είναι και η άποψη του «Δικτύου Ενεργών Πολιτών Δήμου Καλαμάτας», το οποίο με ανακοίνωσή του τονίζει ότι «είναι καταστατικά θερμός συμπαραστάτης της πολιτιστικής δημιουργίας που παράγεται σε τοπικό επίπεδο». Στη συνέχεια «απλώνει την καταστατική του συμπαράσταση στη λειτουργία των καλλιτεχνικών σχολών της «Φάρις» και στηρίζει «τις ποιοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στα πλαίσια του Δήμου Καλαμάτας καθώς κι αυτές των ερασιτεχνιών σχημάτων των οποίων η δραστηριότητα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη». Βεβαίως «ξεχνά» να στηρίξει και την επιβεβλημένη βοήθεια που απαιτείται για τα ερασιτεχνικά σχήματα από τον Δήμο Καλαμάτας αφού μάλλον δεν περισσεύει και μεγάλη από τους «επαγγελματίες» του χώρου. Πάντως είναι άξιο επισήμανσης το σημείο όπου το Δίκτυο υπογραμμίζει πως «..ο πολιτισμός μπορεί να αποτελεί και πηγή πλούτου. Όχι μόνο καλλιτεχνικού και πνευματικού πλούτου αλλά και πηγή οικονομικού πλούτου. Τα παραδείγματα ευρωπαϊκών πόλεων όπου ο πολιτισμός έδωσε ζωή σε νεκρές οικονομικά και πληθυσμιακά πόλεις της περιφέρειας, μέσα από την επένδυση στον πολιτισμό, είναι πολλά σε αρκετές χώρες και του ευρωπαϊκού βορρά και του ευρωπαϊκού νότου».
Μερικοί ίσως δεν κατάλαβαν ότι ακριβώς αυτό ήταν και το νόημα του δημοσίου διαλόγου που εμείς προκαλέσαμε: το ότι δηλαδή πρέπει να σταματήσει η σπατάλη του δημοσίου χρήματος σε ένα έργο που μέσα στα 18 χρόνια της λειτουργίας του και αφού δαπανήθηκε πακτωλός χρημάτων δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα για την πόλη μας! Το να εξακολουθήσουμε να χρηματοδοτούμε και να δαπανούμε ενέργεια και χρόνο σε ένα εγχείρημα που, μετά από 18 χρόνια δεν έφερε αυτά που περιμέναμε, δεν είναι άτοπο να το θέσουμε στη βάσανο της επανεξέτασης και να επαναπροσανατολίσουμε τη στρατηγική μας απέναντι σε αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμό». Όμως, η εμμονή «στα κεκτημένα» μόνο συντηρητισμό εκφράζει και σε υποψίες οδηγεί.
Με υπευθυνότητα οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι οι οικονομικές δυνατότητες των δημοτών, όπως και της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων, έχει αλλάξει και πολύ δύσκολα θα επανέλθει στα προ του 2010 επίπεδα. Δεν μπορούμε λοιπόν να πληρώνουμε, ματώνοντας κυριολεκτικά τα νοικοκυριά, ένα «πολιτισμό» που δεν μας αποδίδει. Επαναλαμβάνουμε ότι, η λογική που λέει πως «ο πολιτισμός δεν μπορεί να είναι ανταποδοτικός» αφορά άλλες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και άλλα πολιτικά μοντέλα. Ζούμε σε συγκεκριμένη χώρα, με συγκεκριμένες δυνατότητες και αυτό θα πρέπει να το λαμβάνουμε διαρκώς υπόψη μας. Το αυτό ισχύει και για τον δήμο μας. Κι επειδή ο καθένας μπορεί να λέει το μακρύ του και το κοντό του για τα οφέλη του Φεστιβάλ, επισημαίνουμε ότι μόνο μια γλώσσα μπορεί να πει αλήθειες: η μαθηματική. Με βάση αυτήν θα πρέπει να λάβουμε αποτελέσματα και με βάση αυτήν θα πρέπει να κρίνουμε. Τα υπόλοιπα μπορεί να είναι και ιδεολογήματα που, ενδεχομένως μπορεί να εφευρεθούν προκειμένου να δυναμιτιστεί ο δημόσιος διάλογος και να ματαιωθεί, όπως ενδεχομένως να ήθελαν μερικοί, κυρίως αυτοί που έχουν συμφέροντα στο Φεστιβάλ ακόμη και προσωπικά, οικονομικά ή πολιτικά.
Εμείς διατυπώνουμε για μια ακόμη φορά  την πρόταση – πρόκληση για δημόσιο διάλογο σοβαρού επιπέδου. Το να ισχυριζόμαστε ότι το φεστιβάλ το παρακολουθούν «πολλοί από την Ελλάδα και το εξωτερικό» χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, δεν νομίζουμε ότι προσφέρει τίποτα, τη στιγμή που οι αριθμοί είναι αμείλικτοι.
Τέλος και όσον αφορά στο ερώτημα που διατυπώθηκε από «προβληματιζόμενο» δημότη για το «ποιον πολιτισμό ευαγγελίζεται ο κ. Φωτέας», μπορώ να πω ποιον δεν ευαγγελίζομαι: αυτόν που δεν αποδίδει στην πόλη μου τα στοιχειώδη, που αιμορραγεί οικονομικά τους δημότες για να «χορεύει» χορτάτη μια κάστα ενός «συστήματος» που απέτυχε παταγωδώς.  Δεν είμαι θιασώτης «του πολιτισμού της καταβόθρας» που εξυπηρετεί συγκεκριμένους στόχους και ανθρώπους και δεν υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο που 'μένει' απέξω. Και φυσικά, δεν είχα ποτέ (ούτε σκοπεύω να έχω) οικονομική ή επαγγελματική σχέση με αυτό «το σύστημα». Δεν θα αναφέρω πρόσωπα και νούμερα απολαβών διότι δεν είναι αυτός ο στόχος. Γι’ αυτό ας φροντίσουν  «αυτοί» να μην προκληθώ καθώς θα μπορούσα να καταθέσω και πολλά άλλα στοιχεία και μαρτυρίες «για την κατάσταση».  Προς το παρόν περιορίζομαι και επιδίωξή μου είναι ένας πολιτισμένος διάλογος που θα οδηγήσει σε επωφελές για την πόλη και τους δημότες αποτέλεσμα.
Διότι αυτό που συμβαίνει σήμερα ΔΕΝ είναι αυτό που επιθυμεί η συντριπτική πλειοψηφία του Καλαματιανού Λαού!

ΥΓ. 1. Η ένταξη του φετινού Φεστιβάλ στο ΕΣΠΑ δεν σημαίνει πως δεν αιμορραγεί ο Έλληνας πολίτης – φορολογούμενος και φυσικά οι δημότες της Καλαμάτας. Το να καταναλωθεί οποιοδήποτε ποσό σε «παροχή πολιτιστικών υπηρεσιών» δεν σημαίνει ότι έπιασε και τόπο.
ΥΓ2. Ο κόπος κάποιων ανθρώπων φυσικά και πρέπει να αναγνωρίζεται στον βαθμό όμως που ό,τι έκαναν έγινε αφιλοκερδώς ως προσφορά στην πόλη. Όποιοι όμως ακριβοπληρώθηκαν γι’ αυτό νομίζουμε ότι έχουν αποζημιωθεί και με το παραπάνω. Το πόσο «πολύ παραπάνω» και αδικαιολόγητο είναι σε σχέση με το αποτέλεσμα  το κρίνουν οι δημότες μας...».