Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021 13:50

Είμαι Αρσακειάδα

Της Μαρίζας Νταϊφά  
Φόρος τιμής στους μάρτυρες, 

που σηκώνονται από τον αναπαυτικό τους καναπέ και μπλέκουν άσχημα, 

για να μπορέσουμε να ονειρευόμαστε έναν καλύτερο κόσμο για τα παιδιά μας.

Αποφοίτησα από το Αρσάκειο Ψυχικού το 1998, χρονιά που έκλεινε η ιστορία του σχολείου ως αμιγώς θηλέων. Υπέγραψα ονομαστικά την επιστολή που συντάχθηκε τις προηγούμενες μέρες από τους απόφοιτους Αρσακείων σχολείων. Αντιμετώπισα το κείμενο ως ένα αυθόρμητο αντανακλαστικό  για την αμέριστη στήριξη που οφείλουμε όλοι μας στους ανθρώπους που ορθώνουν το ανάστημά τους σπάζοντας τη σιωπή τους, καταγγέλλοντας ανοιχτά την κακοποίηση που έχουν υποστεί. Αντιμετώπισα το κείμενο ως ένα προστατευτικό κλοιό για τους ανθρώπους που θα ορθώσουν το ανάστημά τους και θα περάσουν από το μοναχικό μονοπάτι του θύματος στο συντροφικό δρόμο του επιζήσαντα. Αντιμετώπισα το κείμενο ως ανάληψη της ατομικής μου ευθύνης, που είναι και πολύ της μόδας στις μέρες μας, ως απόφοιτη του Αρσακείου Ψυχικού. 

Είναι τόσο βαθύς ο ζόφος των ημερών που δεν είμαστε λίγοι αυτοί που έχουμε κυριολεκτικά χάσει τον ύπνο μας. Το εκ πρώτης μεγάλο σοκ διαδέχτηκε η άρνηση, μετά η ανείπωτη θλίψη, τώρα ο πιο βροντερός θυμός. Όλες αυτές τις μέρες το μυαλό μου τριβελίζει “ο ματωμένος γάμος” του Λόρκα, σκόρπιες φράσεις, δυνατές εικόνες, ξεχασμένες αναμνήσεις. Πρώτη φορά είδα το έργο το 1996 ανεβασμένο  από την θεατρική ομάδα του σχολείου υπό την καθοδήγηση του Δημήτρη Λιγνάδη. Ήταν μια παράσταση που με σημάδεψε βαθιά, ίσως γιατί και δύο συμμαθήτριές μου που θαύμαζα πάντα συμμετείχαν σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Όλες αυτές τις μέρες έρχεται συνεχώς και σουρίζει στα αυτιά μου το νανούρισμα της πεθεράς. 

Νάνι, την τριανταφυλλιά μου, 

που τη γης δακρυοποτίζει

τ’ αλογό μας το καλό. 

Τ’ έχει πόδια λαβωμένα, 

τραχηλιά κρουσταλλιασμένη,

τ’εχει ένα ασημένιο λάζο 

καρφωμένο μες στα μάτια.

Νάνι, το μικρό μου νάνι,

κάτου στο θολό ποτάμι

κατεβήκανε κι οι δυό, 

κι άφρισε το μαύρο αίμα

σα φουρτουνιασμένο ρέμα. 

Θυμάμαι πόσο μελωδικό και συνάμα φρικαλέο μου είχε φανεί αυτό το νανούρισμα. Μα αλήθεια πόσο ταιριαστό είναι με την επικαιρότητα που καλούμαστε να διαχειριστούμε. Όλη η αγνότητα της ματιάς μιας μαθήτριας προς τον εξιδανικευμένο δάσκαλο έρχεται να καρφωθεί μες στα μάτια μας σαν ασημένιο λάζο. Τον χρυσαφένιο μας ανθό τον μαύρισε η σκόνη. Θυμάμαι για χρόνια να κλαίω που δεν είχαμε την οικονομική άνεση να γραφτώ στα απογευματινά μαθήματα θεάτρου που  υπεύθυνος ήταν ο Δημήτρης Λιγνάδης.



Να μη μιλάς και να καίγεσαι, μεγαλύτερη κόλαση δεν υπάρχει.

Θαρρείς πως ο καιρός μπορεί να γιάνει και τα ντουβάρια να κρύψουν πίσω τους τον καημό, 

μα είναι ψέματα, ψέματα!

Σα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο, κανείς δε μπορεί να το βγάλει!

Λόγια του Λεονάρδο, ταιριαστά δεν βρίσκετε; Έχω χρόνια σαν φυλαχτό το βιβλίο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα“Θέατρο και Ποίηση”, ελληνική απόδοση Νίκου Γκάτσου, 1994. Ήταν το πρώτο βιβλίο με θεατρικά που διάβασα και μου το χάρισε η μια συμμαθήτρια που τόσο θαυμαστά στα μάτια μου απέδωσε τότε το ρόλο του γαμπρού.

Προερχόμουν από μια μικρομεσαία οικογένεια χωρίς ιδιαίτερη οικονομική άνεση, αλλά και ούτε ανεπτυγμένες πολιτιστικές ευαισθησίες. Οι θεατρικές παραστάσεις που είχα δει τότε ήταν μόνο από μαθητικούς θιάσους στα πλαίσια των πανελλήνιων αγώνων μαθητικού θεάτρου που διοργανώνονταν στο σχολείο. Μπορείτε να φανταστείτε, λοιπόν, πως στα μάτια μου ο Δημήτρης Λιγνάδης φάνταζε σαν χρυσαφένιος ανθός τόσο όσο και ο αδερφός του Γιάννης Λιγνάδης που θέλω να ελπίζω πως θα συνεχίσω όσο ζω να λέω πόσο τυχερή ήμουν που τον είχα φιλόλογο σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου. Ήταν οι άνθρωποι που μας σύστησαν στην τέχνη. Ήταν οι μοναδικοί  άνθρωποι που είχα επιλέξει συνειδητά να κρατήσω στη μνήμη μου από αυτό το σχολείο. Και αυτή η συνειδητή επιλογή τώρα κάνει την πραγματικότητα πιο σπαρακτική.

Θυμάμαι το Γιάννη Λιγνάδη σαν όαση μέσα στο αποστειρωμένο σχολικό περιβάλλον του Αρσακείου. Στην μνήμη μου τον έχω κρατήσει σαν γέφυρα με έναν κόσμο φωτεινό. Ήταν ο μόνος καθηγητής που μας μιλούσε, μας απευθυνόταν σαν ανθρώπους. Μοιραζόταν μαζί μας εμπειρίες του: πως όταν ήταν μικρός δούλεψε σκληρά την δυσκολία στην άρθρωσή -δεν έλεγε το ρ-, πόσο πολύ αντιδρούσε στο διάβασμα καθώς η σκιά του γνωστού φιλόλογου πατέρα του Τάσου Λιγνάδη έπεφτε βαριά στην πλάτη του. Θυμάμαι που μας παρακινούσε συνεχώς να διαβάζουμε ποίηση ακόμη και αν δεν την καταλαβαίνουμε, γιατί κάποτε μέσα στα χρόνια θα έρθει η στιγμή, έλεγε, που θα νοιώσουμε την ποίηση. Θυμάμαι που προέκρινε να συζητήσει μαζί μας την επικαιρότητα, παρά να προχωρήσει στην σχολική ύλη. Μας μιλούσε για το ρόλο του δασκάλου και χαρακτηριστικά έλεγε πως ο δάσκαλος πρέπει να είναι ο οίστρος που δεν επιτρέπει την χαύνωση του πνεύματος των μαθητών του. Στο Γιάννη Λιγνάδη χρωστάω τη χαραμάδα που ανοίχτηκε στο νου μου, που ερωτεύτηκα τα αρχαία ελληνικά -είχαμε αρχαία από την πρώτη γυμνασίου στο Αρσάκειο-, που αγάπησα την ποίηση, που σπούδασα στη Φιλοσοφική.

Το Δημήτρη Λιγνάδη δεν τον γνώρισα -κάθε εμπόδιο για καλό λέμε εκ των υστέρων - αλλά τον θαύμαζα. Το Γιάννη Λιγνάδη τον γνώρισα σαν δάσκαλο και θέλω να ελπίζω -η ιστορία φυσικά θα το δείξει- πως θα συνεχίσω να τον θαυμάζω. Και στον δάσκαλό μου, λοιπόν, Γιάννη Λιγνάδη θέλω να απευθύνω αυτό το γράμμα ζητώντας του να αναλογιστεί το μέγεθος της ευθύνης του. Δάσκαλε, μπορεί να είναι η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής σου, καλείσαι να επιλέξεις ανάμεσα στο φως ή το σκοτάδι. Βαθιά μέσα μου θέλω να πιστεύω πως θα διαλέξεις το φως, που μας δίδαξες.

 

Το ίδιο ακριβώς καλέσαμε να κάνει και η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία δια μέσου του προέδρου της κου Μπαμπινιώτη. Τα γρήγορα αντανακλαστικά του φανέρωσαν ξεκάθαρα την επιλογή του ... το σκοτάδι. Δεν θα σχολιάσω κάτι παραπάνω, μόνο, πως τα παρατσούκλια μερικές φορές ταιριάζουν γάντι σε κάποιους ανθρώπους.

Όσον αφορά την επίμαχη τοποθέτηση του προέδρου της Φιλεκπαιδευτικής για άμεση κατάθεση αιτήματος στην εισαγγελία να κληθούμε ένας προς έναν οι 285 υπογράφοντες  της επιστολής έχω να δηλώσω πως μπορεί να μην έχω προσωπικά κάποια μαρτυρία σχετική για την επίμαχη υπόθεση των σεξουαλικών κακοποιήσεων, όμως είμαι σε θέση να καταθέσω ένορκα τη μαρτυρία μου πως μας προσφέρθηκε ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο άκρως κακοποιητικό. Ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο όπου η προϋπόθεση της επιτυχίας ήταν η υπακοή. Ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο, όπου καλούμασταν να σταθούμε αντάξιες του ένδοξου ονόματος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας υπομένοντας αδιαμαρτύρητα ψυχολογικές και συναισθηματικές κακοποιήσεις. Ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο που καμπόσοι εκπαιδευτικοί έσπερναν ανενόχλητοι βράχους στο χωράφι της ψυχής μας για να μην υπάρξει ποτέ περίπτωση να αναδυθούν αντιδράσεις πόσο μάλλον καταγγελίες. Με λίγα λόγια μας προσφέρθηκε με το κουτάλι “μαύρη παιδαγωγική”.

Και θα βρεθούν, βέβαια, πάλι καλοθελητές που θα μου κουνήσουν το δάχτυλο πως δεν πρέπει να βάζουμε στο ίδιο σακούλι τη σεξουαλική κακοποίηση με τη ψυχολογική-συναισθηματική. Και θα συμπληρώσουν πως καλώς ή κακώς ψυχολογική-συναισθηματική κακοποίηση έχουμε όλοι υποστεί στα μαθητικά μας χρόνια. Θα μπορούσαν ακόμη και να με πείσουν πως ίσως είναι υπερβολική η σύνδεση. Αυτό όμως μόνο εάν αυτοί οι καλοθελητές δεν βαυκαλίζονταν τόσα χρόνια με την ιδέα της ανωτερότητας, της αριστείας των Αρσακείων Σχολείων. 

Εγώ και το ονοματεπώνυμό μου φοιτώντας όλα τα μαθητικά χρόνια στο Αρσάκειο Ψυχικού έχω να καταθέσω πως αντιμετωπίστηκα συνολικά από το εκπαιδευτικό σύστημα ωσάν άλογο κούρσας και ουχί ως άνθρωπος με αξιοπρέπεια. Όσες δεν ανταποκρινόμασταν στις επιδόσεις της κούρσας οδηγούμασταν σε συναισθηματική εξουθένωση και απαξίωση. Η βαθμολογία ήταν ο κυρίαρχος άξονας της παιδαγωγικής και μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των εκπαιδευτικών. Δεν ήταν λίγοι οι σκληροπυρηνικοί καθηγητές που έδιναν το 20 του θεού, το 19 του καθηγητή Αρσακείων και από το 18 και κάτω βαθμολογούσαν. Και όλες εμείς που έπρεπε να ματώνουμε στο διάβασμα και να ευγνωμονούμε που μας δόθηκε η μοναδική ευκαιρία να φοιτήσουμε στο ιστορικό εκπαιδευτήριο. Θυμάμαι που ακόμη και ο εξομολόγος στους βαθμούς μας επικεντρωνόταν και δεν σήκωνε πολλές κουβέντες. Η ανθρώπινη ψυχή ακόμα και στο εξομολογητήριο είχε πάει περίπατο. Θυμάμαι συμμαθήτριές μου να εξομολογούνται στον πάτερ πως γράψανε 16 σε ένα διαγώνισμα και να βγαίνουν σκασμένες  από το κλάμα σαν να είχαν διαπράξει την πιο βαριά αμαρτία. 

Μέχρι πριν από λίγο καιρό δεν ήθελα να θυμάμαι. Είχα αποποιηθεί το παρελθόν μου ως Αρσκακειάδα και είχα απωθήσει τις δυσάρεστες μνήμες. Ο βροντερός όμως θυμός, η ζωοδότρα αυτή δύναμη που για χρόνια κατέστειλα και χάρη στο σχολείο μου, ορθώθηκε και μαζί του αναδύθηκαν και όλες οι απωθημένες μνήμες. Θυμήθηκα για παράδειγμα τις δύο πρώτες μαρτυρικές χρονιές στο Κλασικό Λύκειο. Είχα μια φιλόλογο, που το όνομά της απωθήθηκε στο πυρ το εξώτερο των σκουπιδιών της μνήμης, από τότε σκεφτόμουν πως αυτή θα ήταν η “εκδίκησή” μου για να την εκμηδενίσω, όπως με εκμηδένιζε κάθε στιγμή. Κάθε μέρα βίωνα ένα φοβερό μαρτύριο με εξευτέλιζε χωρίς κανέναν κατανοητό λόγο. Ήθελα να εξαφανιστώ. Είχα σωματοποιήσει τον φόβο με εφίδρωση, ταχυπαλμία για πολλές ώρες μέσα στη μέρα. Σε κάθε διάλειμμα έκλαιγα και όλες οι συμμαθήτριές μου με ρωτούσαν με αγωνία, γιατί μου το κάνει αυτό. Γύρναγα σπίτι και έκλαιγα και εκεί για ώρες. Οι γονείς μου έλεγαν υπομονή θα τελειώσει το σχολείο, τρία χρόνια μείνανε. Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό πως θα μπορούσα να ορθώσω το ανάστημά μου και να της πω σταμάτα, δεν σου επιτρέπω να με εξευτελίζεις. Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό πως θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια από κάποιον. Και σίγουρα δεν ήμουν η μόνη. Ίσως τώρα να μπορείτε να καταλάβετε πως η ψυχολογική-συναισθηματική κακοποίηση όταν είναι συνυφασμένη με την παιδαγωγική έχει την δύναμη να κάμψει την όποια προσπάθεια αντίστασης στην άσκηση εξουσίας, χειρισμού, εκβιασμού, παρενόχλησης ή ακόμη και σεξουαλικής κακοποίησης. Γιατί όποιος υφίσταται ψυχολογική-συναισθηματική κακοποίηση γίνεται πιο εύκολα πειθήνιο όργανο, γίνεται πιο εύκολα χειραγωγήσιμος.

Και επειδή παλεύω αυτές τις μέρες να πιαστώ από κάπου, και από την τελευταία θετική ίνα. Ναι, αυτή η εμμονή στις επιδόσεις είχε και τα θετικά της: άνοιξε την πόρτα του πανεπιστημίου για την πλειοψηφία. Και διαβάσαμε και σπουδάσαμε και μορφωθήκαμε. Κάποιοι μάθαμε πως όσο παχιά και να είναι τα βιογραφικά ενός ανθρώπου δεν μπορούν να τον μάθουν να γράφει και να μιλάει με το χέρι στην καρδιά. Κάποιοι κάναμε και ψυχοθεραπεία και διαπιστώσαμε πως κακοποιηθήκαμε. Και πως η κακοποίηση όποιας μορφής και αν είναι μπορεί να σμπαραλιάσει την ψυχή του ανθρώπου. Κάποιοι μάθαμε, πως υπάρχει μονοπάτι, να διαβεί ένας άνθρωπος και από ανίδεο θύμα που ήταν στο παρελθόν να μεταμορφωθεί σε υπεύθυνο ενήλικα. Έναν ενήλικα που γνωρίζει την δική του ιστορία και μπορεί να αντέξει να την μοιραστεί, ώστε να βάλει το λιθαράκι του για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό το λιθαράκι θέλαμε να βάλουμε κι εμείς με αυτή την ποταπή επιστολή. Θέλαμε να βροντοφωνάξουμε πως τώρα η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να ακούσει και ο καθένας μας πρέπει να σταματήσει πια να φοβάται να μιλήσει, γιατί όλοι μαζί επιθυμούμε την απελευθέρωση από τους δράκους που μας στοίχειωσαν.