Σάββατο, 07 Φεβρουαρίου 2015 17:08

Στέλλα Χρηστέα: Μαστόρισσα από Πολυτεχνείο

Του Πέτρου Τσώνη 
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμάτα, σπούδασε στη Σχολή Μεταλλειολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και τώρα διευθύνει με επιτυχία ένα ειδικό συνεργείο αυτοκινήτων στην πόλη όπου γεννήθηκε…

Του Πέτρου Τσώνη 
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμάτα, σπούδασε στη Σχολή Μεταλλειολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και τώρα διευθύνει με επιτυχία ένα ειδικό συνεργείο αυτοκινήτων στην πόλη όπου γεννήθηκε…

Αντλίες, μπεκ, τουρμπίνες είναι το καθημερινό «μενού» της Στέλλας, για το οποίο χρειάζονται γενικές γνώσεις μηχανολογίας. Ο λόγος για την όμορφη 28χρονη Στέλλα Χρηστέα, που παρά τις σπουδές της τα τελευταία χρόνια έπεσε με τα μούτρα στη μουντζούρα για να αποδείξει ότι δεν υπάρχουν ανδρικές και γυναικείες δουλειές, αλλά ό,τι αγαπάς το πετυχαίνεις!
Από μικρή στη μουντζούρα η Στέλλα θυμάται ότι μαζί με τη δίδυμη αδελφή της, εκεί στα γυμνασιακά χρόνια, οι γονείς της άρχισαν να τις παίρνουν στη δουλειά.
«Την επόμενη μέρα βγήκα στους μαστόρους, δεν άντεξα το γραφείο», μας λέει η Στέλλα που ολοκλήρωσε τις σπουδές της ως μηχανικός μεταλλουργός με εξειδίκευση στην αντοχή των υλικών.
«Το Πολυτεχνείο ήταν μια συνειδητή επιλογή, αφού υπήρχε και η προοπτική της δουλειάς εδώ, αν δεν υπήρχε κάτι καλύτερο».
Και επειδή το 2010 που πήρε το πτυχίο της και η κρίση βρισκόταν προ των πυλών δεν βρέθηκε κάτι καλύτερο, και με δεδομένο ότι υπήρχε στημένη δουλειά με στάνταρ πελατεία και καλό όνομα, η Στέλλα αποφάσισε να αναλάβει και να συνεχίσει τη δουλειά του πατέρα της.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για ένα κλασικό συνεργείο αυτοκινήτων, αλλά για ένα ειδικό συνεργείο που έχει να κάνει με την τροφοδοσία καυσίμου στα αυτοκίνητα με πετρελαιοκινητήρες.
Αντλίες, μπεκ, τουρμπίνες είναι το καθημερινό μενού της Στέλλας, που όπως μας εξηγεί «χρειαζόταν γενικότερες γνώσεις μηχανολογίας αυτοκινήτου αλλά και ειδικά σεμινάρια και παραπάνω ειδίκευση που να παρακολουθεί την τεχνολογία».
Πώς, όμως, την αντιμετώπισαν οι πελάτες στην αρχή της καριέρας της;
«Ήμουν αόρατη, δεν υπήρχα, πήγαινα να τους υποδεχτώ και με αγνοούσαν, δεν με εμπιστεύονταν, μετά από ένα εξάμηνο ακούστηκε το όνομά μου εδώ μέσα. Υπήρχαν και κάποιοι που εξέφραζαν έναν ιδιότυπο ρατσισμό λέγοντάς μου κατάμουτρα ότι δεν γνωρίζω. Και να σκεφτεί κανείς ότι η δουλειά ήταν δική μου. Φανταστείτε τι θα τραβούσε κάποια υπάλληλος».
Όμως με τη βοήθεια του πατέρα της και των εργαζομένων η Στέλλα κατάφερε να γίνει η κυρίαρχος του παιχνιδιού.
Τα ίδια λίγο-πολύ προβλήματα συνάντησε και από τους συναδέλφους της. Όμως και εκεί κατάφερε να γίνει αποδεκτή και μάλιστα να εκλεγεί στο διοικητικό συμβούλιο του σωματείου τους.
Πέρα, όμως, από τη δουλειά και τον συνδικαλισμό, η Στέλλα βρίσκει χρόνο να ασχολείται και με την κομματική οργάνωση του ΚΚΕ στην Καλαμάτα, ενώ στις τελευταίες εκλογές ήταν υποψήφια στη Μεσσηνία και υποστηρίχθηκε από 900 συμπατριώτες της.
«Θεωρώ -μας λέει- ότι αυτό που ζούμε σήμερα δεν μας αξίζει σε καμία περίπτωση. Το να πηγαίνει κανείς διακοπές είναι δικαίωμα, δεν είναι πολυτέλεια, το να έχεις ένα σπίτι είναι δικαίωμα, όπως και να έχεις την απαιτούμενη μόρφωση και υγεία, πράγματα που σήμερα δεν έχουμε». 

Από «Το Έθνος»