Τρίτη, 17 Μαρτίου 2020 15:02

Μιχάλης Αντωνόπουλος: Ο ελαιοκομικός τομέας βιώνει τις συνέπειες της έλλειψης εθνικής στρατηγικής

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ “ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ” 
Την κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελαιοκομικός τομέας για την περιοχή μας και τη χώρα, όπως και οι συνεταιριστικές οργανώσεις, αλλά και το πως μπορούν τα πράγματα να βελτιωθούν και να δημιουργηθούν ευνοϊκές προοπτικές, περιγράφει σε συνέντευξη του στον “Ελεύθερο Τύπο” και τον δημοσιογράφο Πάνο Μπαΐλη ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλαμάτας, Μιχάλης Αντωνοπούλου. Μεταξύ άλλων τονίζει ότι τα προϊόντα που κατέχουν εξέχουσα θέση στον αγροτικό τομέα της χώρας, τα οποία έχουν πιστοποιημένη ποιότητα και διατίθενται στην αγορά τυποποιημένα, πρέπει να υποστηρίζονται από ειδικά προγράμματα ενίσχυσης. Όμως, προσθέτει, η ενίσχυση αυτή πρέπει να αποδίδεται στον αγροτικό συνεταιρισμό ή στην ομάδα παραγωγών στην οποία ανήκει ο παραγωγός και όχι απευθείας στον ίδιο, διότι η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη δυνατών οργανώσεων παραγωγών…

Η συνέντευξη του Μιχάλη Αντωνόπουλου έχει ως εξής: 

-Το λάδι είναι ένα από τα βασικά προϊόντα της χώρας. Ωστόσο λίγοι παραγωγοί καταφέρνουν να έχουν σταθερό εισόδημα. Τι φταίει και πως μπορεί να αλλάξει αυτό;

Το ελαιόλαδο είναι το εθνικό προϊόν της Ελλάδας διαχρονικά με τεράστια σημασία για τις εξαγωγές μας και την στήριξη του πρωτογενή τομέα. Συμμετέχει με το μεγαλύτερο ποσοστό στο ΑΕΠ και παράλληλα συγκρατεί ένα μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας σε όλη την περίοδο της κρίσης. Δυστυχώς η καθαρή τιμή που απολαμβάνουν οι παραγωγοί μειώνεται δραματικά την τελευταία δεκαετία με αποκορύφωμα τη χρονιά που διανύουμε. Οι μέσες τιμές είναι πτωτικές και παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις σε ετήσια βάση με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τάσεις εγκατάλειψης των ελαιώνων λόγω υπέρβασης του κόστους συγκομιδής σε σχέση με τα έσοδα. Με τιμές στα δύο ευρώ προκύπτουν αρνητικές εισροές δηλαδή ζημίες.

Ο κυριότερος λόγος στην πτώση των τιμών είναι η έλλειψη εθνικής στρατηγικής την προηγούμενη εικοσαετία, με δεδομένο την είσοδο στην κοινή αγροτική πολιτική που θα έπρεπε να ανταγωνιστούμε χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία με μεγάλες εξαγωγικές και τυποποιητικές δυνατότητες.

Παραμείναμε με τον εφησυχασμό των επιδοτήσεων που είχε δημιουργήσει μεγάλες στρεβλώσεις και απαξίωση της παραγωγικής διαδικασίας σε συνδυασμό με τα τεράστια προβλήματα των μεγάλων οργανώσεων παραγωγών που με την ανοχή της πολιτείας απώλεσαν τα όποια ερείσματα είχαν στον ανταγωνισμό και στην συγκράτηση των τιμών προς τα κάτω.

Συνεπώς αν θα ξεκινούσαμε σήμερα, θα έπρεπε αφενός να ενισχύσουμε μόνο τους υγιείς συνεταιρισμούς και την αύξηση της συμμετοχής των παραγωγών σε αυτούς και αφετέρου να αποτρέψουμε τη διακίνηση χύμα ελαιολάδου με στοχευμένα μέτρα. Δεν είναι τυχαίο που η Αμερική αύξησε τους δασμούς στην υπερδύναμη του ελαιολάδου την Ισπανία. Με μια αντίστοιχη ενέργεια μπορούμε να μειώσουμε τη φορολογία στο τυποποιημένο προϊόν που διακινείται εντός και εκτός της χώρας μας και παράγεται σε Ελληνικές μονάδες.

-Πως μπορούν οι συνεταιρισμοί να αλλάξουν τα δεδομένα για λάδι –ελιές;

Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί μετά τις αλλεπάλληλες αλλαγές που είχαμε και στο νομοθετικό πλαίσιο αλλά και στην οικονομική τους κατάσταση δυσκολεύονται να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αντίθεση με τις άλλες Μεσογειακές χώρες. Η συγκέντρωση των προϊόντων μπορεί να γίνει μόνο με αυξημένα κίνητρα και χρηματοδότηση μέσω Ευρωπαϊκών προγραμμάτων με συμμετοχή της πολιτείας.

Σήμερα έχουμε ιδιωτικές επιχειρήσεις που απολαμβάνουν δανειοδότηση την ώρα που οι οργανωμένοι συνεταιρισμοί δεν μπορούν να λάβουν ούτε ένα ευρώ. Ενεργοποιηση όχι μόνο Ευρωπαϊκών προγραμμάτων στην ελαιοκομία που φθίνει στην χώρα μας, αλλά και κίνητρα για την συγχώνευση μικρών συνεταιρισμών. Αυστηρός έλεγχος στα προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ. Ολοκληρωμένες ζώνες βιολογικής καλλιέργειας σε μεγάλες ενότητες και ταύτιση αυτών με τις ζώνες Natura.

-Ποια είναι εκείνα τα προϊόντα που έχουν μέλλον στην Πελοπόννησο;

Τα εσπεριδοειδή αναμένεται να έχουν μεγάλη άνοδο τα επόμενα χρόνια, λόγω δε και της κλιματικής αλλαγής, η παράκτια ζώνη της Πελοποννήσου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την τροφοδοσία των αγορών της Ευρώπης. Υπάρχει μια αυξητική τάση και έλλειψη προϊόντων τα τελευταία χρόνια. 

Τα κηπευτικά επίσης με τις καλλιέργειες υψηλής κάλυψης ιδιαίτερα στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο δείχνουν πολύ καλές προοπτικές.

Οι ΠΟΠ ελιές Καλαμάτας και πολλοί παραδοσιακοί ελαιώνες σε ζώνες υψηλής παραγωγικότητας με ιδιαίτερα μικροκλιματικά χαρακτηριστικά μπορούν επίσης να πάνε καλά ιδιαίτερα σε νέες κατηγορίες προϊόντων όπως πχ το πολυφαινολικό βιολογικό ελαιόλαδο και άλλα.

-Οι νέοι δείχνουν ενδιαφέρον για τους συνεταιρισμούς;

Δεν έχει αρχίσει ακόμα η ανανέωση των μελών των συνεταιρισμών από νέους παραγωγούς και αγρότες. Δυστυχώς δεν υπάρχει η σχετική εκπαίδευση και η ανάπτυξη του συνεταιριστικού μοντέλου από την πολιτεία, και με δεδομένη την κατάρρευση των συνεταιρισμών τα προηγούμενα χρόνια υπάρχει πολύ μικρό ενδιαφέρον. Όμως η κρίση στις τιμές αναμένεται να φέρει περισσότερους κοντά στις οργανώσεις παραγωγών στο άμεσο μέλλον.

-Για ποια προϊόντα χρειάζονται ειδικά προγράμματα ενίσχυσης;

Μόνο όσα αποτελούν διαχρονικά την ατμομηχανή του πρωτογενή τομέα αλλά μόνο όμως αυστηρά σε τυποποιημένα και πιστοποιημένα αγροτικά προϊόντα. Η ενίσχυση θα πρέπει να δίνεται στον συνεταιρισμό ή την ομάδα που τυποποιεί προϊόντα και όχι στον απευθείας στον παραγωγό. Πχ για ένα προϊόν που διακινείται χύμα ή χωρίς παραστατικά γιατί να υπάρχει ενίσχυση; 

Μεταξύ των άλλων ενισχύσεις πρέπει να δίνονται σε καλλιέργειες βιώσιμες, δηλαδή που μπορούν να αποφέρουν κέρδος και προστιθεμένη αξία σε συγκεκριμένη καλλιεργητική ζώνη.

-Ποια είναι τα τρία βασικά προβλήματα των παραγωγών γενικώς και πως αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν;

Τα κυριότερα προβλήματα των παραγωγών είναι η δυσβάστακτη φορολογία. Η εκτεταμένη νοθεία, οι εισαγωγές από χώρες εκτός ευρωπαϊκής ένωσης και γενικότερα η παραπλάνηση των καταναλωτών.

Ο εκσυγχρονισμός, η ενδυνάμωση και η συνοχή των αγροτικών οργανώσεων μπορούν να φέρουν αλλαγές και να λύσουν διαχρονικά προβλήματα.